Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2012

je parle de toi

                                                 ΜΠΑΡΜΠΑΡΑ    Θυμήσου Μπαρμπαρά
Έβρεχε χωρίς σταματημό στη Βρέστη εκείνη την ημέρα
Και περπατούσες χαμογελαστή
Χαρούμενη ευτυχισμένη μουσκεμένη
Μέσα στη βροχή
Θυμήσου Μπαρμπαρά
Έβρεχε χωρίς σταματημό στη Βρέστη
Και σε συνάντησα στην οδό Σιάμ
Χαμογελούσες
Κι εγώ χαμογελούσα
Θυμήσου Μπαρμπαρά
Εσένα που δεν σε ήξερα
Εσύ που δεν με ήξερες
Θυμήσου
Θυμήσου εκείνη την ημέρα
Μην ξεχνάς
Ένας άντρας προφυλαγόταν κάτω από ένα πρόθυρο
Και φώναξε το όνομά σου
Μπαρμπαρά
Κι έτρεξες προς το μέρος του μέσα στη βροχή
Μουσκεμένη ευτυχισμένη χαρούμενη
Και ρίχτηκες στην αγκαλιά του
Θυμήσου τό Μπαρμπαρά
Και μη μου θυμώνεις αν σου μιλάω στον ενικό
Μιλάω στον ενικό σε όλους όσους αγαπώ
Ακόμα κι αν δεν τους έχω δει παρά μια μόνη φορά
Μιλάω στον ενικό σε όλους όσους αγαπιούνται
Ακόμα κι αν δεν τους ξέρω
Θυμήσου Μπαρμπαρά
Μην ξεχνάς
Αυτήν την ήρεμη κι ευτυχισμένη βροχή
Πάνω στο ευτυχισμένο πρόσωπό σου
Πάνω σ’ αυτήν την ευτυχισμένη πόλη
Αυτήν τη βροχή πάνω στη θάλασσα
Πάνω απ’ τον ναύσταθμο
Πάνω απ’ το πλοίο τ’ Ουεσάν
Ω Μπαρμπαρά
Τι σαχλαμάρα ο πόλεμος
Τι απέγινες τώρα
Μέσα σ’ αυτή τη βροχή σίδερου
Φωτιάς ατσαλιού και αίματος
Κι αυτός που σ’ έσφιγγε στην αγκαλιά του
Ερωτευμένα
Μήπως είναι νεκρός εξαφανισμένος ή ακόμα ακόμα ζωντανός
Ω Μπαρμπαρά
Βρέχει χωρίς σταματημό στη Βρέστη
Όπως έβρεχε πριν
Αλλά δεν είναι το ίδιο κι όλα καταστράφηκαν
Είναι μια πένθιμη βροχή τρομερή και λυπητερή
Δεν είναι πια η καταιγίδα
Φωτιάς ατσαλιού αίματος
Απλών νεφελωμάτων
Που ψοφάνε σαν τα σκυλιά
Σκυλιά που εξαφανίζονται
Στα νερά της Βρέστης
Και πάνε να σαπίσουν μακριά
Μακριά πολύ μακριά απ΄ τη Βρέστη
Που απ’ αυτήν δεν μένει πια τίποτα.

Διαβάζω αυτό το ποίημα στον αδελφό  μου. Τι με κοιτάζεις έτσι ? Ζακ Πρεβέρ είναι
δεν θα ραγίσεις καθόλου? Από τι φαίνεται μάλλον όχι. Δεν πειράζει αδελφός μου είσαι
δεν θα χαλάσουμε τις καρδιές μας.Νομίζουμε ότι  η καρδιά είναι   είναι ένα όργανο που
απλά  υπάρχει για να μετράει χτύπους .Δηλαδή οι άλλοι το νομίζουν ,γιατί εγώ δεν.
Εσύ όμως είσαι αδελφός μου και στο αδελφικό σύμπαν  όλα συγχωρούνται. Ακόμα
και τα ποιήματα  που δεν είναι για να καταλάβουμε ,απλώς πρωτίστως για να   τα
νιώθουμε. Αλλά εσύ νιώθεις εμένα ,αλλά όχι τα ποιήματα που με περιβάλλουν.

Με ρωτάς γιατί σου το διάβασα .Τι να σου εξηγώ  τώρα .Για ποιους ενικούς
και σε ποια θάλασσα βούλιαζα. Τι σημασία έχει.Όλα τα ναυάγια νεκρούς
περισυλλεγουν. Βέβαια δεν χρειάζεται να έχεις καταπιεί Τιτανικούς  για να
μιλήσεις για την υφή του νερού , η για το πως νιώθεις όταν πνίγεσαι. Ο καθένας
τον πνιγμό του αλλιώς τον εννοεί. Θυμάσαι όταν ήμασταν παιδιά  που ερχόμουν
στη θάλασσα για να σε βρω  για να διαπιστώσω αν έχεις πνιγεί? Δεν μπορεί
θα το θυμάσαι. Δεν το ευχόμουν χαζό ,το φοβόμουν. Αλλά άμα φοβάσαι κάτι

είναι σαν να το εύχεσαι. Έτσι είναι: όλα τα πράγματα που φοβηθήκαμε στο
τέλος τα λουστήκαμε.Εντάξει δεν πνίγηκες κυριολεκτικά ,αλλά μεταφορικά
το αλάτισες  το είναι σου ως την άκρη του.Είσαι καλά τώρα ,σχετικά καλά,
αν εξαιρέσεις  τα κάτασπρα μαλλιά σου  και το σπασμένο πρόσωπο σου.

Με ρωτάς  και μένα αν είμαι  καλά .Σου φαίνομαι πολύ αδύνατος ,όχι εγώ
δεν πνίγηκα ,τουλάχιστον  απ`έξω μου ,γιατί από μέσα μου  ξεχειλίζει το νερό.
Μην κοιτάς που δεν φαίνεται ,τίποτα από μένα δε φαίνεται ,αν δεν θέλω εγώ να
δεις.Από περηφάνια περισσότερο  και λιγότερο από ντροπή ,και η ντροπή είναι
ένα συναίσθημα , που αν θες να ξέρεις ,  σε κάνει να αισθάνεσαι λιγότερο μουράτος
λιγότερο ακατάστατος , λιγότερο τιποτένιος.Οι άλλοι δεν χρειάζεται να σου πουν
τίποτα.Αρκεί που το ξέρεις εσύ ,αρκεί που το χεις συλλάβει  και μπορείς να το πεις.

Η μυστικοπάθεια στην οικογένεια μας  ήταν κάτι το χαρακτηριστικό .Λέω ήταν
και δεν λέω είναι. Τα πράγματα αλλάζουν για να διαρκούν ,γιατί ίδια παραμένουν
πάντα. Πόσα "πάντα" δεν σκοτώσαμε. Πόσα "για πάντα" μέσα μας σταυρώσαμε.
Τους φίλους μας ,τους έρωτες μας ,και πάνω από όλα εμάς τους ίδιους. Ωραία η
διανομή ,δεν λέω, αλλά θα μπορούσε το εργο να παιχτεί  και με καλύτερους όρους.

Αλλά που να γυρίσεις τώρα πίσω , και ποιόν να λυπηθείς. Ξέρεις η λύπη είναι
περίεργο συναίσθημα ,ακατάλληλο οπωσδήποτε ,για ερωτικούς γκρεμούς. Όταν
λυπάσαι κάποιον ξέρεις ότι είναι κάτω από σένα .Η αυτολύπηση βέβαια είναι
χειρότερη γιατί σε καθιστά εκούσιο θύμα ,αλλά τι σου λέω τώρα  που δεν σου
χω  ξαναπεί. Κοιτάζω τώρα το νύχι σου στο μεγάλο πόδι .Έχει μεγαλώσει πολύ.

Κι ο μπαμπάς είχε ένα ίδιο , και σκέφτομαι , για φαντάσου ,ποια γονίδια ,ποια
μιμίδια , είμαστε φτυστοί οι πατεράδες μας και οι μανάδες μας. Εσυ δεν είσαι που
λες ,πως η οικογένεια είναι  ένα ενυδρείο  όπου κατοικούν μέσα του σκυλόψαρα
που άμα βάλεις το χέρι σου μέσα θα σε κατασπαράξουν , το λες  και το τονίζεις
αλλά η συναισθηματική ορθογραφία κάπου χάνει  το δίκιο της όταν τονίζεται
πάνω στα αίματα.Άλλωστε χέρι είναι ,θα γιάνει ,το άλλο , το καλό αυτό που
τονίζεται η καρδιά και διορθώνει τα σφάλματα της ,αυτό το κρατάς γερό  και
προχωράς ,και καμιά φορά ζητάς  και  συγνώμη .κυρίως από σένα ,κυρίως

για όσα πράγματα δεν ειπώθηκαν  στην ώρα τους , γιατί τι νομίζεις ότι είμαστε,
θυμωμένες λέξεις  τις όποιες τις φορτώνουμε σε λάθος παραλήπτη , γιατί  ο σωστός
πάει ,έκανε φτερά , και που να τον ψάξεις. Για αυτό σου λέω: να φταίω θέλω.
Εσύ να μην φταις , εσύ μόνο το νύχι σου να κόψεις   ,κι όλα θα διορθωθούν.