Σάββατο, 20 Οκτωβρίου 2012

Απειρο






Δεν είχε ζωή. Τον λέγανε Home Entertainment. Όνομα, επίθετο, καταγωγή.
Στις συχνές ερωτήσεις μου για το αν πρόκειται για ψευδώνυμο η για παρεξήγηση
έπαιρνα πάντα την ίδια στερεοτυπική απάντηση:δεν σας ενδιαφέρει, να κοιτάτε
την δουλειά σας. Κοιτούσα και γω την δουλειά μου, αν και αγνοούσα ποια ήταν.
Τα απογεύματα μου ήταν πάντα κλεισμένα για χάρη του. 5 με 7 έπρεπε να παίρνω
στασίδι στον καναπέ του. "Μιλήστε μου, πες τε μου πως  ήταν η μέρα σας, εγώ
το ξέρετε πολύ καλά δεν έχω ζωή". Μιλούσα και γω κι έλεγα ότι μου κατέβαινε.

"Σήμερα χαστούκισα μια γριά" η  ¨σήμερα έσπρωξα έναν άνθρωπο  στο τραίνο
μια πλάτη είδα και την έσπρωξα, ελπίζω να μην πέθανε." βέβαια δεν γινόμουν
ποτέ απολύτως πειστικός. "Takis, βλέπετε πολλές ταινίες, η φαντασία σας οργιάζει"

Η αλήθεια είναι  ότι οργίαζε, αλλά τι σημασία είχε? Μπροστά στον κλειστό
τάφο που είχα μπροστά μου, αντι για άνθρωπο, έπρεπε να επιστρατεύω  κάθε
είδους παλαβομάρα για να τον κάνω έστω και λίγο να χαμογελάσει. Αμετανόητος
όμως αυτός, μονήρης. "Να το ξέρετε, μια μέρα θα τιμωρειθειτε για όσα ψέματα μου
αραδιάζετε."Οι απειλές του, η αλήθεια είναι ότι με βάζαν σε σκέψεις. Mε την
έμφυτη κακία που τον διέκρινε θα μπορούσε κάλλιστα  να με κάνει  φέτες  και
να με τυλίξει  σε μια σακούλα σκουπιδιών. Κι αν ? Κι αν? Κι αν τι? Τίποτα.
Αυτό που με φόβιζε πάνω από όλα ήταν η επιθυμία του για τάξη. Ήταν από
κείνους τους τύπους που όταν ήθελε να σπάσει κάτι,το γυάλιζε.Στο βάθος,
το ήξερα, αχνοφεγγιζε ο διακαής πόθος του για μακελειό.Για κομμένες αρτηρίες. 
Το λευκό μου δέρμα προοριζόταν για τη γέμιση της πρωτοχρονιάτικης γαλοπούλας.
Άλλωστε το χε γράψει ο Ελύτης για μένα, κ δεν μπορούσα να το αγνοήσω: Όπου
υπάρχει τάξη, ανθρωπινό κρέας που μυρίζει. Ωραίες προοπτικές μου ανοίγονταν.

Τα προσπερνόυσα όμως όλα και κάθε μέρα, την ίδια ώρα, βρισκόμουν στον καναπέ του.
Το μόνο απογοητευτικό σε όλα αυτά ήταν ότι μου απαγόρευε να καπνίζω "μόνο
οι γύφτισσες και τα πρεζάκια καπνίζουν" έλεγε με περιφρόνηση, μα μια μέρα, δεν
άντεξα κι έβγαλα τον καπνό από την τσάντα μου κι άρχισα να στρίβω κανονικά.

Το ύφος του κατάπληκτο, γεμάτο αίμα με σημάδευε με θυμό"Είστε αισχρός"
μου έλεγε, κι εγώ του απαντούσα, "ναι, και μπορώ να γίνω ακόμη πιο αισχρός
αρκεί να το θελήσετε",παίζεις παιχνίδια Takis κ δεν μ`αρέσει καθόλου, κ σεις
προκαλείτε την μικροπρέπεια της λογικής μου κ θα μ`αναγκάσετε να μην ξαναρθω."

Κι όντως, την επόμενη μέρα δεν ξανάρθα. Αλλά την επόμενη δεν άντεξα, κ απέσυρα
όλους τους δισταγμούς μου κ την χτύπησα ξανά την πόρτα, γνωρίζοντας πολύ καλά
πως το θύμα έχει περισσότερο ανάγκη τον βασανιστή του, από τι ο βασανιστής το θύμα,
κάτι που το ξέραμε πολύ καλά κ οι 2 μας κ το εφαρμόζαμε στην πράξη τέλεια.Εκείνη
λοιπόν την μέρα  αποφάσισα να τραβήξω τα πράγματα στα άκρα, κ ζήτησα από τον
βασανιστή μου η από το θύμα μου, το ίδιο κάνει, να μου μαγειρέψει. "Μα εγώ δεν
ξέρω να μαγειρεύω" ήταν  απάντηση  του, " ε τότε να παραγγείλουμε". Σούσι, χαβιάρι
σος από δαμάσκηνα, ότι σκατά κυκλοφορεί, ότι πιο ακριβό  το θέλω. Άλλωστε λεφτά
έχετε.Εμπρός λοιπόν, μην καθυστερείτε.Το έργο πρέπει να παιχτεί με σπίντατη πολυτέλεια,
ούτε λιγότερο, ούτε περισσότερο."Μα ποιο έργο, τι λέτε" ψέλλισε σχεδόν με ικεσία,
κ σαν απάντηση έβγαλα τα παπούτσια κ τα ακούμπησα στο ακριβό του τραπεζάκι.

Τα πράγματα πρέπει να πεθαίνουν πριν από μας καημενούλη, σκέφτηκα να του πω,
αλλά σαν απάντηση, τράβηξα από την τσάντα μου το θανάσιμο όπλο που κουβαλούσα
από μέρες κ του το έχωσα μπροστά στα μούτρα του.Προσκυνείστε  του είπα. Σχεδόν
τον διέταξα.Είναι η μεγάλη σας ευκαιρία για να διαπιστώσετε αν είστε αληθινό
τέρας, ελάτε, μην φοβάστε. Αγγίξτε το. Σαν τους δαιμονισμένους θα καταλάβουμε
αν η ζημιά μέσα σας είναι περιστασιακή, η δεν χωράει καμιά επιδιόρθωση. Με τις
πρώτες σκηνές θα το καταλάβουμε, μην ανησυχείτε, ελάτε, δείτε το σαν ένα καλό
εξορκισμό για όσα δεν έχετε ζήσει και που πολύ φοβάμαι δεν θα ζήσετε, ελάτε
ετοιμαστείτε. Πήρε λοιπόν στα χέρια του το θανάσιμο όπλο κ άρχισε να το
περιεργάζεται με απορία." Τι πρέπει να κάνω " ψέλλισε σχεδόν με απόγνωση
το θύμα. "Σας είπα. Φαγητό. Πρέπει να παραγγείλετε φαγητό. Πολύ φαγητό.
Δείτε σαν το τελευταίο κάλεσμα του θανατοποινίτη. Το τελευταίο γεύμα.
Μπορείς να αρνηθείς από κάποιον το τελευταίο γεύμα του?" Χωρίς να χάσει
καιρό αρπάξε το τηλέφωνο κ προχώρησε στις διαταγές μου. Σε λίγη ώρα


βρισκόμασταν σε ένα βουνό από απίθανες ποσότητες φαγητών, ικανές
να θρέψουν  ολόκληρο τάγμα από πεινασμένους. Έτρωγα όπως το είχα
φανταστεί: σαν θανατοποινίτης. Εκείνος φυσικά  δεν άγγιξε ούτε μια
φλοίδα από τα πανάκριβα εδέσματα του. Kαιροφυλαχτούσε, την ήξερα
καλά την ράτσα του: σαν τον κυνηγό που πίστευε  πως μόλις θα κοιμηθεί
το θήραμα του θα το γραπώσει στον πρώτο ύπνο. Καημενε φουκαρά
κυνηγε. Πέρασες  μέσα από την  βροχή με το αδιάβροχο, κ επειδή δεν
βράχηκες νόμιζες ότι δεν εβρεξε. Τώρα θα σου δείξω εγώ κ αληθινή
ζωή κ από όλα, μα πάνω από όλα αληθινή απόγνωση. Για να σε δω.
Αντέχεις? Άντε λοιπόν τι κάθεσαι? Βάλε την παράσταση να παίζει.


Τι με κοιτάς? Σου δείχνω την αληθινή ζωή κ συ απλώς με κοιτάς?
Τι είναι αληθινή ζωή? Τακέσι Κιτάνο ρε αλήτη. Κούκλες ρε. Να,
κοίτα τον ευατό σου, κοίτα πως αληθινά θα ήσουν, αν δεν ήσουν
το τέρας  που έχεις μεταμορφωθεί. Κοίτα πως περπατάνε αλυσοδεμένοι
οι έρωτες. Χιλιόμετρα ολόκληρα κάνουν  για να βρουν αυτό  που
πίστευαν πως είχαν, κ όταν το βρίσκουν δεν ξέρουν με τι μάτια
να δουν, καμιά φορά βέβαια τα βγάζουν κ από μόνοι τους, να,
σαν τον ήρωά μας, που πάει να συναντήσει την τυφλή πλέον
τραγουδίστρια κ είδωλο του, όντας κ αυτός πια  τυφλός, γιατί
πως αλλιώς θα είχε νόημα η συνάντηση  αν ένας από τους δυο
έβλεπε, αλλά τι σου λέω, χαμπάρι δεν παίρνεις εσύ από αυτά,
χ α μ π  α ρ ι ,κ τσάμπα ο κόπος  δηλαδή, κ αν είναι έτσι να
κοιμηθώ για πάντα σ`αυτόν τον καναπέ η μέχρι το πρωί, το
ίδιο κάνει, κ όταν ξυπνήσω θα θελα να έχετε γίνει άνθρωπος κανονικός
κ θα μου πείτε, πως είχατε δίκιο τελικά, έτσι είναι οι έρωτες,
αλλά πονάει γαμώτο, για αυτό ζούσα χρόνια μόνος μου, για αυτό,

αλλά τώρα είναι αργά πολύ για να μ`αλλάξω, κ καλύτερα μερικά
πράγματα να μένουν στο πανί  κ στα βιβλία για να μην μπαίνουμε
στο πειρασμό να διαλυθούμε, κ κάπως  έτσι  θα τον  συγχωρούσα,
για όσα χρόνια είχε μέσα του φυλάξει, άχρηστα χρόνια, μόνο κ μόνο
επειδή δεν είχε το θάρρος να τα ζήσει, αλλά τώρα θυμάμαι πως είμαι


σκεπασμένος με μια κουβέρτα, δεν ξέρω κ γω γιατί, σ`ένα κρύο
καναπέ, αντι να πάω σπίτι μου, κ περιμένω να ξημερώσει για να
πιω  καφέ με έναν άγνωστο άνθρωπο κ ξένο.Γιατί το κάνω αυτό?
Ούτε που ξέρω. Μάλλον επειδή το έργο έπρεπε σ`αυτό το χρόνο
να παιχτεί, με την σωστή απογοήτευση.Φυσικά, θα ήταν ένας
καφές αποχαιρετιστήριος κ αμίλητος,σαν τα ξένα μνημόσυνα
που πηγαίνεις ακάλεστος κ αρχίζεις να πονάς αόριστα κ αρχίζεις
τα συλλυπητήρια στους ξένους συγγενείς για έναν νεκρό που
δεν θα συναντήσεις ούτε στον ύπνο σου.Έτσι ακριβώς έγινε

Είπαμε αυτό τον καφέ κ αποχαιρετιστηκαμε.Το μάθημα τελείωσε.
Πάνε 8 χρόνια σιωπής από τότε, κ εντωμεταξή ο Τακέσι Κιτάνο
δεν ξανάκανε, όσο κ αν το προσπάθησε, τέτοιο αριστούργημα.


Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2012

+7

Σου γράφω τα νέα μου από το κρησφύγετο μου, αφενός γιατί δεν έχω φρέσκα δικά σου,
κ αφετέρου, πληκτρολόγια που δεν βλέπονται πρέπει οπωσδήποτε να εξομολογούνται.
Ας  τα τσουγκρίσουμε λοιπόν. Στην υγειά όσων γραμμάτων κ όσων λέξεων δεν θα
αρθρώσουμε ποτέ. Ύστερα να περάσουν τα βιολιά κ μετά οι ερωτευμένοι-αυτό το
συλλεκτικό είδος, το επίμονο, να δώσει συναυλία Ξέρεις πολύ καλά πως οι ερωτευμένοι
δεν τα πηγαίνουν καλά με τα λόγια,ούτε και μεις τα πηγαίναμε. Μάλλον επειδή
είχαμε προπονηθεί πολύ καλά στις μεταξύ μας σιωπές. Βέβαια φοβάμαι  πως θα
ρθει κάποια στιγμή  που αυτές οι σιωπές θα υψώσουν ανάστημα  κ θα απαιτήσουν
κάτι που δικαιωματικά τους ανήκει, αλλά εμείς δεν θα μπορούμε να τους  το
δώσουμε. Μην με ρωτάς γιατί. Μερικά πράγματα είναι καλύτερα να τα πιστέψεις
νωρίς, πάρα να στα μάθει ο χρόνος. Μιλώντας για χρόνο θέλω να σου πω  πως
στεναχωρήθηκα με κάποιες πρόσφατες φωτογραφίες σου.Σε τσαλάκωσε ο χρόνος
γλυκό μου. Τα ωραία σου πλούσια  μαλάκια σβήστηκαν απ`το χάρτη αφήνοντας
τους πίσω τους κάποια ίχνη παλιάς ωραιότητας.Τα βαθιά σε ένταση μάτια σου
ατόνησαν, κ γέμισαν με  ρυτίδες κ παράπονο. Κ το σώμα σου αυτό,το μνημείο
απόλυτης ομορφιάς, έπεσε από το βάθρο του, αφήνοντας στη θέση του σιωπηλά
σπαράγματα  λίπους. Γέρασες. Γιατί γέρασες? Είναι ανήθικο να γερνάνε οι πολλοί
ωραίοι άνθρωποι.Πως ξεχάστηκες έτσι μέσα στην εβαπορέ ευτυχία σου κ δεν
μερίμνησες  για σένα. Ασυγχώρητο λάθος για ένα πρώην νάρκισσο,δεν νομίζεις?

Τώρα σε βλέπω να ανεβάζεις φωτογραφίες  στο facebook .Είσαι 42-43 χρονών
γεράκος κ κρατάς ένα παιδί στην αγκαλιά σου. Δικό σου δεν είναι? Να σου ζήσει.
Πάρα δίπλα μια γυναίκα  που μοιάζει για σύζυγος σε ταΐζει στο στόμα σαν μπούλης.
Μου έρχεται να τσιρίσω από την φρίκη, αλλά παρ`όλα αυτά πατάω ένα like πάνω της
για να σε ενθαρρύνω, σαν να  μην ήμουν εγώ, άλλα μια άλλη, η Μαρία Λαιμού, το όνομα
με το οποίο ακολουθώ άγνωστους μου, οι οποίοι με αποκαλούν "φίλη "τους. Δεν έχω
παράπονο. Οι λιγοστοί φίλοι μου με φιλοδωρούν με πολλές φιλοφρονήσεις, στις ψεύτικες
φωτογραφίες μου που κατά καιρούς ανεβάζω. Στα γενέθλια μου μου εύχεστε όλοι

χρόνια πολλά. Εσύ μου εύχεσαι να ζήσω κ να μαι γερή. 2 χρόνια τώρα, σαπίζω
μέσα το ίδιο στερεότυπο:να ζήσεις κ να σαι γερή. Ακόμη κ ξύλο να ήμουνα, κ αυτιά
να μου φυτρώναμε, αντί για χέρια, με τόσα κούφια λόγια, δεν μπορεί, στο τέλος
θα σάπιζα. Δεν ξέρω τι με κρατάει κ δεν ξεριζώνω τα μάτια μου, κ τα αυτιά μου
συγχρόνως, απορώ πραγματικά. Έτσι μου ρχεται να ποστάρω τις φωτογραφίες μας,
εκείνη ειδικά την φωτογραφία  που μου ανάβεις το τσιγάρο κ με κοιτάς λιγωμένα
να χορτάσω κοινοποιήσεις. Αντι για αυτό πατάω like σε ότι σύνδεσμο βρεθεί μπροστά μου
να χουμε να γουστάρουμε. Σκυλάδικα δεν θέλετε? Θα σας χαλασμό εγώ χατήρι?
Πόσα like θέλετε να  σας κάνω  μάγκες για να πειστείτε πως η ρυπαρή ζωή νικάει τον εξαίσιο
έρωτα, πόσα? Ελάτε, μην ντρέπεστε, ορίστε αριθμό κ γω θα βρω τον τρόπο να
σας αποθεώσω.Εγώ, η άγνωστη, η Μαρία Λαιμού, που αντι να πάει να κόψει τον
λαιμό της, κόβει χρόνια απ`την μνήμη της για να την δυναμώσει. Κ όλα αυτά
επειδή εσύ άλλαξες, κ όλα αυτά επειδή δεν κάνεις το σωστό like πάνω στα παράπονα μου.
Κ όλα αυτά επειδή μαράζωσες. Εσύ, ένας πρώην επαναστάτης, μεγαλωμένος με siouxsie
Και cure  να τρώει πατατάκια μπροστά στο πανάκριβο pc του, και να διαλέγει
από το you tube τραγούδια για εφήμερους έρωτες. Που πήγαν ρε οι παντοτινοί?

Που πήγαν εκείνα τα "για πάντα" που καπνίσαμε? Μήπως τελικά φταίω εγώ που
μεγάλωσα κ σε θυμάμαι ακόμη η μήπως φταις εσύ που απλά έφυγες για να μην με
βαρεθείς? Κι όμως θα ήμασταν ωραίο ζευγάρι. Ακόμα κ τώρα , και  25.000 χρόνια
να περνούσαν πάλι θα αγαπιόμασταν. 25.000 χρόνια θα περνούσαν, κ γω θα έλιωνα
για ένα "σε γουστάρω". Γιατί το σ`αγαπώ τι να το κάνεις, άμα τα βράδια που κοιμάσαι
δεν μένεις ξάγρυπνος για να ευχαριστηθείς τον άνθρωπο που σε ξημέρωσε. Να φτάνει
το πρωί, και συ να αρχίζεις να καλοπιάνεις  τη μέρα επειδή σου χαρίστηκε κ να την
ευγνομωνείς επειδή θα συνεχιστεί. Κ ύστερα θα φεύγαμε για τις δουλειές μας, ποιες
δουλειές μας δηλαδή, αυτές τις περιστασιακές απασχολήσεις μας, εκείνα τα πεντάωρα
διαλείμματα του έρωτα μας, αλλά μια μέρα θα με έπαιρνες τηλέφωνο,και θα μου λεγες
τι κάνουμε εδώ, ο κόσμος είναι μαλάκας και γαμιέται, και γαμώ την χουντάρα που ζούμε
δηλαδή,και να πάει να γαμηθεί το ελληνικό φως και τα τζατζίκια του, πάμε να φύγουμε
αγάπη μου, πάμε, στον ουρανό του τίποτα με ελάχιστα μωρό μου, μας αρκούν, εκεί
να πάμε να ζήσουμε, άντε ετοίμασε βαλίτσες και σε 2-3 ώρες το πολύ θα ρθω  να σε
απαγαγω.Κι έτσι απλά θα γινόταν, κ θα με βρίσκε η μέρα μου στο δρόμο να σε περιμένω.

 Κ στο πρώτο αεροπλάνο, τραίνο, λεωφορείο, αδιάφορο θα ήταν,  θα μας έβγαζε
σε ένα ωραίο πουθενά κ εκεί  θα στηναμε τη ζωή που ονειρευόμαστε, με ένα
ελάχιστο τίποτα κ θα ήμασταν ευτυχισμένοι.Και τις νύχτες θα μου έλεγες
"μ αρέσει που είμαστε εδώ" κ γω θα σου λεγα " κ μένα μ`αρέσει που σ`αγαπάω"
κ συ θα γέλαγες κ θα μου λεγες"μα εγώ δεν είπα κάτι τέτοιο" "ναι, αλλά αυτό
εννοούσες θα σου λέω, και κάπως έτσι θα περνάνε, τα χρόνια, οι χιλιετίες,
και καμιά ανάρτηση δεν θα ταν ικανή για να πατήσουμε πάνω της το like
από το ίδιο μας το βλέμμα, κ κάπως έτσι ευχαριστημένοι θα πεθάναμε ένα
πρωί, κ όχι σαν την τρελή την κομμώτρια που πήγε κ φούνταρε όπως στη
ταινία, επειδή ο κουρέας δεν θα την ήθελε ένα πρωί. Θα μου πεις έφυγε
ερωτευμένη. Ναι, αλλά μόνη. Αλλά οι εραστές πρέπει μαζί να συναντιούνται

στον θάνατο. Θυμήσου τον Μπροχ και πυροβόλα με, η γίνε ήρωας σε ταινία
του Γκοντάρ και πες μου:δωσ μου το δηλητήριο να το πιω ως το τέλος, και
γω αντί να σ`ακούσω, θα κάτσω ήσυχη -ήσυχη σε μια γωνιά  κ αντί να κλάψω
θα  πάρω μια κασέτα όπως κάνανε παλιά, και θα σου γράψω  τα καλύτερα
τραγούδια που γράφτηκαν  ποτέ, κ αφού την γράψω, θα σταθώ σε μια άκρη
και θα περιμένω να μου την ζητήσεις, γιατί ξέρω  πως ότι ποθεί κανείς,
αν το καλέσει με τη σωστή λέξη και το σωστό όνομα έρχεται. Που είσαι
λοιπόν? Ακόμα να φανείς? Θα πιάσει φθινόπωρο και δεν θα χω κουβέρτες
να σε σκεπάσω. Βιάσου. Δεν κάνει να  σε ξεχάσω.