Πέμπτη, 27 Ιουνίου 2013

Moi aussi



Ζω στην γειτονιά του μεγάλου φόβου. Στην γειτονιά των άδειων δρόμων. Ούτε απαγόρευση

κυκλοφορίας να είχαμε. Μετά τις 10 το βράδυ σαν να απλώνεται ένας βαρύς ίσκιος στην πάλαι

ποτέ -συμπαθητική γειτονιά μου. Στους γεννημένους πεζικαριους σαν και του λόγου μου βέβαια

δεν γίνεται λόγος εγκλεισμού. Η περιέργεια μου άλλωστε υπερισχύει κατά πολύ του φόβου μου.


Όχι πως δεν την πλήρωσα . Tην πλήρωσα και γω με τον δικό μου τρόπο πέρσι.
. Λιγότερο βέβαια αναίμακτα από την τύχη του πατέρα ,αλλά την πλήρωσα. Τα διόδια 
αλλωστε  για αυτό υπάρχουν: για να εξαργυρωνουμε τις ποινές μας. Θα μου πεις ,τι φταίξαμε.         Δεν φταίξαμε. Τα χρεωνουμε ολα στην τύχη μας. Η στην ατυχία μας . Η στο μοιραίο της στιγμής."Ενα βήμα και είσαι αλλού " λέει ενας ηρωας του Αγγελοπουλου. Ενα βήμα ,κι είσαι εξω απο το γκαράζ  του σπιτιού σου  για να πάρεις  το αυτοκινητό σου. Κρατάς την κάμερα. Το γνωστό φερετρό σου.
Δεν μπορώ  πραγματικά  να φανταστώ τι θα σκεφτόταν αυτός , ο άτυχος άνδρας καθώς   τον μαχαίρωναν.

Η μάλλον μπορώ. Τέτοιος καιρός ήταν που έπεσα και γω θύμα οργισμένης επίθεσης.

Σαν και τώρα το θυμάμαι.Κοντά στο δρόμο που έγινε ο φόνος του άνδρα.Εκεί περπατούσα

και γω. Βαθιά μεσάνυχτα. Μου πήρε τελικά την τσάντα. Δεν με σκότωσε. Του την έδωσα

αν και δώσαμε μια μάχη γενναίας κλωτσοπατιναδας. Νομίζω τον είπα μαλάκα. Εκείνος

δεν είπε τίποτα. Κροτάλιζε μόνο τα δόντια του από μίσος. Αυτό μου έχει εντυπωθεί βαθιά

μέσα μου: τα δόντια του . Και η λύσσα του να πάρει οπωσδήποτε την τσάντα. Όταν κόπηκε

τελικά κι άρχισε να τρέχει σαν καγκουρό ,εγώ αντί να σηκωθώ , παρέμεινα εκεί ξέπνοος

και τον παρατηρούσα να χάνεται στο σκοτάδι. Κάλπαζε κυριολεκτικά.


Από κείνο το βράδυ θαρρώ άλλαξε η ζωή μου. Μεταμορφώθηκα . Άλλαξα. Δεν ξέρω σε τι,

άλλα άλλαξα. Θυμάμαι εκείνη την στιγμή που ήρθε από πίσω μου Και με έσπρωξε βίαια.

Σκέφτηκα πως αυτό ήταν :πεθαίνω. Άλλα δεν φοβήθηκα για μένα. Φοβήθηκα πως δεν θα

ξαναδώ τον άνθρωπο που αγαπάω . Την εικόνα του θυμάμαι έντονα καθώς σωριαζομουν με δύναμη  πάνω στο κράσπεδο. Την έκφραση στο πρόσωπο του.
Το γέλιο του.Τα ωραία κλαματά του.
Την απορία του. Το σάστισμα του.Τον ενδεχόμενο πόνο του. Όλα αυτά σε κλάσμα δευτερόλεπτου.


Α ναι: και η δική μου η απορία κάπου στο πλάι:γιατί να τελειώσουν όλα τόσο νωρίς.

Νομίζω κι ο άτυχος άντρας κάτι τέτοιο κι αυτός θα σκεφτόταν : Γιατί γαμώ την πίστη μου

να τελειώσουν όλα τόσο νωρίς?



Αλλά η ζωή είναι πιο σκληρή από μας (κι ας πιστεύουμε εμείς το αντίθετο) Ίσως αυτό όμως να πίστευε αυτόςο άνδρας. Ήταν λέει πολύ πλούσιος . Από καλή οικογένεια.Όλη του την ζωή

την πέρασε φορώντας μια μάσκα. Δεν έχουν σημασία όμως οι λεπτομέρειες.Ήταν πολύ νέος.

Στην ηλικία μου. Πέρασε τη τελευταία μέρα της ζωής του σαν μυθιστόρημα. Κλείστηκε

σε ένα δωματίου πολυτελούς ξενοδοχείου και εκεί άρχισε να ξετυλίγει τις σελίδες της

ζωής του. Νομίζω τις ερωτικές του . Ναι ο έρωτας. Τι θα ήταν  ο έρωτας αν δεν μπορούσε

να ξεκάνει έναν άνθρωπο. Τον φέρνω στο μυαλό μου :πίνει το τελευταίο ποτήρι κρασί.

Την τελευταία του γουλιά. Τραβάει λίγο την κουρτίνα . Η Αθήνα είναι φωταγωγημένη.


Χαμογελάει πικρά: δεν θα τον ξαναδώ σκέφτεται. Το χει πάρει απόφαση. Απομακρύνεται

από την κουρτίνα και πηγαίνει και κάθεται στο κρεββάτι του κι αρχίζει να γράφει τα 2 γνωστά

αποχαιρετιστήρια σημειώματα. Άλλα υπάρχει κι ένα τρίτο που άφησε στην σελίδα του στο Facebook:


Στον Θ. για μια αιωνιότητα . Κι από κάτω ακριβώς από τον αποχαιρετισμό αυτό το τραγούδι.


Να μην αρχίζεις να ξεφτάς. Α ρε καριόλη θάνατε. Δεν χορταίνεις με τίποτα πια.