Κρατάω την συνταγή για τους νέους φακούς.Ανασαίνω βαθιά.
Πάει ,τέλειωσε κι αυτό.Η γιατρός είμαι σίγουρος πως δεν πίστεψε τα ψέμματα μου ,πως τάχα έχασα την συνταγή.'Μα μου λέει αυτό δεν γίνεται,σε όλα τα οπτικά κρατάνε συνταγές."Α της λέω δεν ξέρω,στο δικό μου μάλλον της πετάνε.Με κοίταξε δύσπιστα και μου χαμογέλασε βεβιασμένα..Mε κάθισε λοιπόν στη καρέκλα κι άρχισε να με τρομοκρατεί."Έχετε πρόβλημα με τη καρδιά σας? Είστε μεγάλος άνθρωπος. Προσέξτε τι θα απαντήσετε. Αν πείτε ψέματα θα σας καταλάβω.."Η ερώτηση της με θλίβει.Μου φέρνει στο μυαλό τον Μπέκετ.
"Τώρα που θα πέσω κάτω και θα αρρωστήσω να δείτε πως θα φχαριστηθείτε" σκέφτομαι να της το πω,γιατί όχι,μπορεί να είναι ο αγαπημένος της συγγραφέας ,μπορεί να μου κάνει και καλύτερη τιμή στο τέλος αν ανακαλύψει ότι εξετάζει έναν φιλότεχνο ασθενή.Αλλά πάντα υπάρχει και η πιθανότητα της απόρριψής.Η της ανταπόδοσις.Αλλά το κόβω χλωμό.
Είναι μια σκληρή γυναίκα.Αδίσταχτη.Θέλει να με τιμωρήσει που δεν βλέπω"Το ξέρετε πως έχετε αστιγματισμό?"Ώστε αυτά τα σύννεφα που βλέπω να αιωρούνται κάτω από τα μάτια μου είναι αυτό το πράγμα που λες.Για φαντάσου.Μεγάλωσα. Δεν το ξέρα. Να ζητήσω συγνώμη απ`τη ζωή λοιπόν.Η απ`τον Μπέκετ.
""...μήπως κοιμάμαι τώρα,αυτήν τη στιγμή?Καβάλα στο τάφο,δύσκολη γέννα.Έχουμε καιρό να γεράσουμε.Ο αέρας είναι γεμάτος απ`τις κραυγές μας ...αλλά η συνήθεια είναι μεγάλος σιγαστήρας..Δεν μπορώ να συνεχίσω...Τι έλεγα?"
Δεν μπορώ να πω κάτι.Πρέπει να φτάσω ως το τέρμα της ποινής μου.Αφού είπα ψέμματα ,πρέπει να τιμωρηθώ.Η αδίσταχτη γιατρός μου φοράει κάτι μαύρα βαριά γυαλιά και μου ζητάει να σηκωθώ όρθιος και να περπατήσω πέρα -δώθε."Πρέπει να βεβαιωθώ ότι δεν ζαλίζεστε".Σχεδόν με διατάζει."Σηκωθείτε.Τώρα."Υπακούω και γω σαν τυφλός στρατιώτης που ψάχνει να βρει το φως του.Άντε λοιπόν χόρεψε .Τι κάθεσαι?
...Θα μπορούσα να σηκωθώ,να κάνω μια μια μικρή στροφή,το λαχταρώ όμως δεν το κάνω. Ξέρω που θα πήγαινα,μέσα στο δάσος θα πήγαινα,θα επιχειρούσα και θα έφτανα στο δάσος,εκτός κι αν βρίσκομαι εκεί,δεν ξέρω που βρίσκομαι,έτσι κι αλλιώς μένω.Βλέπω τι τρέχει,γυρεύω να είμαι σαν εκείνον που γυρεύω ,στο μυαλό μου,που γυρεύει το μυαλό μου ,που προστάζω το μυαλό μου να γυρεύει,εξετάζοντας εντός του.."
Η αλήθεια είναι ότι ζαλίζομαι.Όμως δεν πρέπει να το αποκαλύψω.Αφού ήρθαμε να μιλήσουμε για σκοτάδια ας μείνουμε σ`αυτά.Η γιατρίνα όμως με εποπτεύει άγρια. Προσπαθεί να μου αποσπάσει μια ομολογία. "Σας βλέπω.Μην προσπαθείτε να με ξεγελάσετε.Ξέρω τα πάντα για σας.Την προηγούμενη φορά φτηνά την γλυτώσετε.Έπρεπε να σας καταλάβω ότι είστε ένας απατεώνας.Καθίστε κάτω.Δώστε μου το τηλέφωνο σας τώρα.Θέλω να ξέρω τι κάνετε ανα πάσα στιγμή.Έχω κάθε δικαίωμα. Είμαι η γιατρός σας."
Κάθομαι και γω κάτω και της δίνω το τηλέφωνο μου."Ελπίζω να είναι το σωστό νούμερο.Γιατί να το ξέρετε..σε περίπτωση που μου δώσετε λάθος θα το καταλάβω..."Κρύος ιδρώτας αρχίζει να με τυλίγει .Ξέρω πως θα τιμωρηθώ αν κάνω τα δικά μου.Πρέπει να πάω με τα νερά της.Γιατί έτσι και την πατήσω και πάω με τα δικά μου,πάει,πνιγήκαμε κι οι δυο.Γράφει λοιπόν το τηλέφωνο και μαζί μ`αυτό και την συνταγή.
Το βλέμμα της από όσο μπορώ να διακρίνω απ` το θολό μου τοπίο πετάει σπίθες.Φτηνά την γλίτωσα.
"Την επόμενη φορά που θα ρθείτε θα μου φέρετε κι αυτή την συνταγή.Μην τολμήσετε και δεν την φέρετε..Δεν θα ανεχτώ άλλα ψέματα ..."Κουνώ το κεφάλι μου με συγκατάβαση" Έχετε να δηλώσετε κάτι Κύριε Χ? Προσέξτε τι θα πείτε..οι συνομιλίες μας εδώ καταγράφονται..."
Ήθελα να της πω πολλά μα με φόβο να χάσω την εκπομπή μου ,προτίμησα την ασφαλή οδό της σιωπής.Άλλωστε τι θα μπορούσα να της πω? θα μπορούσα να της πω,ναι γιατρέ μου ,έχεις δίκιο,σε εξαπάτησα.Η συνταγή που μου δώσες πριν 6 μήνες ποτέ δεν ταχυδρομήθηκε.Έμεινε μέσα σε ενα συρτάρι ξεχασμένη ακόμη κι από τον ίδιο της ευατό .Ποτέ μου δεν έμαθα τι απέγινε.Η υπερβολική μου προσοχή στο να μην την χάσω τελικά απέδωσε τα αντίθετα.Έτσι και στην ζωή μου :Οπού πήγα να ρίξω το βάρος της προσοχής μου το έδαφος υποχωρούσε.Όπου σφύριζα αμέριμνος τα δώρα ερχόταν ανέλπιστα.Για τα υπόλοιπα θα δήλωνα αθώος.Να φεύγω τώρα.Θα τα πούμε πάλι σε 100 χρόνια,τότε που θα χω χάσει εντελώς το φως μου.