Σάββατο 25 Αυγούστου 2018

                                                 Ήσυχες στάχτες του Αυγούστου



3.8
Συνάντησα την Β, αυτό το αντιπαθέστατο όσο κι αναιδές πλάσμα. Κι ότι επιθυμούσα να αποφύγω
δηλαδή το ήξερα ότι θα την δω, κι όλο το ανέβαλα. Στην αρχή έκανα πως δεν είδα: το ίδιο κι αυτή.
Τελικά δεν τα καταφέραμε, γιατί σούπερ-μάρκετ είναι αυτό, τα βλέμματα πολλαπλασιάζονται μέσα
από τους καθρέφτες και σε διαψεύδουν για όλα. Στην αρχή της χαμογέλασα δισταχτικά, το ίδιο και κείνη, κι αφού δεν μπορέσαμε να σπάσουμε το κεφάλι του άλλου με το καλάθι που κρατούσαμε,
δώσαμε τα χέρια σαν να βρισκόμαστε σε περίοδο εκεχειρίας. Στην πραγματικότητα βέβαια το μίσος και η αηδία για το πρόσωπο του άλλου ήταν οι αληθινές βεντέτες. Αλλά τελικά έπαιξαν το ρόλο κομπάρσου. Πόσο χάρηκα που σε είδα αγαπητή μου τάδε, ναι φυσικά, κι εγώ χάρηκα αγαπητέ Τ.
Είπαμε. Και μετά σκεφτήκαμε ταυτόχρονα το πόσο θα χαροποιούσε και τους 2 ένας ξαφνικός θάνατος του ενός για τον άλλον, η καλύτερα,  ένας βίαιος. (μα τι πολιτισμένοι άνθρωποι που είμαστε
δεν το χωράει ο νους μου)

5.8
Γνώρισα έναν αληθινό πορνοστάρ! χριστέ μου θα τρελαθώ. Δουλεύει στην Αμερική με πολύ καλά λεφτά. Έτσι το διατύπωσε. Μην φανταστείς μου λέει πορνεία και τέτοια, αν και κάνω και τέτοια.
Α του κάνω δήθεν αφηρημένα, δηλαδή είσαι escort, ναι μου λέει είμαι κι από αυτό. κι εκείνη
την στιγμή ο συντηρητικός ευατουλης μου, έβγαλε μια σιωπηλή κραυγή σαν της Βίσση, έναν λυγμό
ένα παράξενο πράγμα. Σκέψου τώρα, αλλά μην το σκεφτώ, αστο καλύτερα, ας μείνω με την εικόνα
του escort, γιατί θα χουμε παρατράγουδα.

7.8
¨ονειρο που επιμένει: βρίσκομαι με τον Χ και θα πάμε λέει σε μια συναυλία κάποιου μεγάλου και δίνουμε ραντεβού στο τάδε μέρος, αλλά εγώ χάνομαι, και το ξέρω ότι θα χαθώ, και τα χω κάνει
πάνω μου, δεν ξέρω πως να το δια χειριστώ, κι όλο περπατάω και δεν υπάρχει τίποτα, παρά μόνο λευκά σπίτια που δεν τα κατοικεί κανείς, κι όσο τα διασχίζω, τόσο μεγαλώνει και  η αγωνία   πως
δεν θα τα καταφέρω, και πετάγομαι πανικόβλητος κι εντελώς μούσκεμα και δεν μαθαίνω αν έχω
χαθεί οριστικά, καλύτερα κιόλας γιατί θα πέθανα.

9.8
Συζητση με την Μ., και η σοβαρή πεποίθηση  ότι μερικές φορές  σε όλη μας η ζωή υπακούμε σε ένα
φάντασμα. Στεναχωρήθηκα με αυτά που μου είπε, μα πιο πολύ στεναχωρήθηκα που έβλεπα το ταλαιπωρημένο της σώμα να τσαλαβουτάει μέσα στο νερό σαν να ζήταγε να αναστηθεί. Είναι
ερωτευμένη με την καταστροφή, με κάθε είδους καταστροφή, κι αυτό την καθιστά λιγότερο,ευάλωτη
στα μάτια μου. Μια μέρα θα ευτυχίσει, το ξέρω:θα κοιτάξει το ηλιοβασίλεμα κι όλα θα της αποκαλυφθούν

12.8

Στο βιβλιοπωλείο που πήγα για να αγοράσω εκείνη την καταπληκτική πένα που είχα βάλει στο μάτι, η ηλίθια υπάλληλος με εκνεύρισε:προφανώς με πέρασε για τουρίστα η στην χειρότερη χιμπατζή(κάτι θα έφταιγε στο στυλ μου, ίσως να μην ήταν πολύ καθ αγιασμένο) αυτό λοιπόν το αστόχαστο θηλυκό
ήρθε από πάνω μου κι άρχισε να με καρφώνει με ηλίθιες ερωτήσεις: θέλετε κάτι; ψάχνετε κάτι;
(ναι την ηλίθια ύπαρξη σου να καίγεται μέσα σε κλίβανο) Της χαμογέλασα παρ όλα αυτά γλυκά
όσο γλυκά μπορείς να χαμογελάσεις σε μια αλεπού που σου κάνει καμάκι σε ζωολογικό κήπο.
Όχι κορίτσι μου, της κάνω γλυκά, κάτι ψάχνω γενικά κι αόριστα, αλλά δεν είμαι και σίγουρος.
Ε, μου λέει τότε, για αυτό είμαστε εμείς εδώ, για να σας βοηθήσουμε να βρείτε αυτό που θέλετε.
και τότε σκέφτηκα την πένα να καρφώνεται ανάμεσα στα κουταβίσια μάτια της, την βλέπω την
εικόνα: αρπάζω την πένα με αργές κινήσεις, βγάζω το καπάκι κι  αστραπιαία την βυθίζω όπου βρω
(Πολύ χόρρορ βλέπω τελευταία. Αυτό που είδα πρόσφατα μου έκοψε τα πόδια, δηλαδή τρόμαξα
πραγματικά.Αλήθεια

13.8
 Η Αμάντα του Τομ Ρόμπινς θα μπορούσε να είναι δική μου ηρωίδα, και με λίγη καλή θέληση θα
μπορούσε να είναι η ηρωίδα 'ολων, αλλά για να γίνει αυτό θα πρέπει να συνεννοηθούν όλοι οι
πλανήτες, να ευνουχιστούν όλες οι μανάδες, κοινώς πρέπει να γυρίσει ο κόσμος τούμπα, φυσικά χρειάζονται κι αλλά πράγματα, αλλά βαριέμαι να τα συνοψίσω. Άκου να δεις τι γράφει το αστέρι
μου, μήπως καταλάβεις έναν πούτσο για την ύπαρξη σου: δεν υπάρχουν παράξενα ανθρώπινα
όντα. Απλά μερικοί χρειάζονται περισσότερη κατανόηση από τους άλλους, και παρακάτω το
αστέρι μου με μαχαιρώνει: η λογική δίνει στον άνθρωπο αυτό που χρειάζεται. Η μαγεία του δίνει
αυτό που θέλει.

14.8
Πέθανε η Σέρκα της Ζυράννας που σημαίνει βαθύ πένθος και βαθιά απομάκρυνση από το αστραφτερό όνειρο ενός γνήσιου βιβλιοφάγου: να δει δηλαδή την Ορατή σαν αόρατη στο
κομοδίνο του μέσα σε λίγους μήνες. Το πιο πιθανό βέβαια είναι να το δούμε σε κάποιες
δεκαετίες όντας οι ίδιοι Τυφλοί και Αόρατοι, και την ίδια σκεβρωμένη κι αποδεκατισμένη
από την  αφαγία και το πολύ τσιγάρο να μας δίνει αυτό το πόνημα, το πρώτο και καλά της
σειράς(για τα υπόλοιπα δεν γίνεται λόγος, οι επόμενες ζωές για αυτό άλλωστε υπάρχουν)
με έναν πόνο ψυχής  που δεν θα μπορούμε να αναγνωρίσουμε τις γραμματοσειρές από την
απόλυτη γκαβομάρα, διότι μεγαλώνουμε κιόλας, ζωή είναι αυτή, γλιστράει και φεύγει σαν
λουτροκαμπινές(ε;) αλλά δεν το πιστεύω, θα προλάβουμε, δεν μπορεί, αλλά στο κάτω-κάτω
υπάρχουν και τα audio book. Μια μακάβρια εκδοχή , κι ίσως η πιο πιθανή είναι αυτή:

Η Χ. φορώντας ένα πορτοκαλί φόρεμα πάνω από τον τάφο μου, γιατί το πένθος θέλει για
να εκτονωθεί κάτι έντονο, να μου βάζει στο αυτί του μνήματος το πολυπόθητο audio, κι
εγώ, τι κάνω εγώ; Μήπως ανασταίνομαι; Αχ, το βλέπω το όνειρο πως δεν, και κλαίω ακόμα
πιο πολύ( από μέσα μου.)

  15.8
Βρίσκομαι στην αγκαλιά ενός εορτασμού . Ας το βουλώσω καλύτερα. Ίσως τον άλλον μήνα γράψω πιο καλά.











Δευτέρα 23 Ιουλίου 2018
























Κάθε φορά που βγάζω άφθες σκέφτομαι τον Σ. Είναι ο σωτήρας μου.Ο επίγειος Άγγελος μου. Αυτός ο άνθρωπος με χει σώσει από πολύ μεγάλους μπελάδες. Για χάρη του έφτασε ολόκληρη οδοντιατρική σχολή να ασχολείται μαζί μου, ο δε Μεγάλος Καθηγητής έσκυψε από πάνω μου
με περίσκεψη κι αγάπη για να λύσει το μεγάλο όσο και δυσεπίλυτο πρόβλημα: οι ακατανόητες
άφθες μου που δεν έλεγαν να σταματήσουν. Επέμεναν σαν ζαβολιάρικα παιδιά να με
ταλαιπωρούν, κι όσο ταλαιπωρούσαν εμένα, άλλο τόσο ταλαιπωρούσαν και τον δύσμοιρο Καθηγητή που δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί δεν λένε να υποχωρήσουν, παρ όλη την αγάπη του.

Μα και η φαρμακευτική του αγωγή δεν πήγαινε πίσω: είχε αγάπη, αλλά δεν είχε αποτέλεσμα.
Έτσι ο καιρός περνούσε πονώντας και ματαιοπονωντας ταυτόχρονα, αλλά τα πράγματα χειροτέρεψαν
και τα ούλα μολύνθηκαν κι άγνωστο γιατί, υποχώρησαν. Όχι όλα: κάποια από αυτά. Ο Κύριος
Καθηγητής μας τότε πανικοβλήθηκε. Σου λέει τι συμβαίνει, εγώ έχω δώσει την μισή μου ζωή στο
να προσπαθώ να βρω μια λύση, και που πάντα βρίσκω, κι έρχονται αυτές οι κωλοάφθες και μου κάνουν την ζωή κόλαση. Ξαφνικά έγινα ένα πολύ καλό πειραματόζωο. Κάθε τρεις και λίγο ανέβαινα
τη σκάλα και την καρέκλα της σχολής, και πλήθος εκκολαπτόμενα μαθητού δια έσκυβαν από πάνω μου, με την συμβολή πάντα του Κυρίου Καθηγητή, κι ανίχνευαν το υπό κατάρρευσην στόμα μου.

O Σ. ήταν ανήσυχος. δεν πάμε καλά, μου είπε. Κι εγώ συμφωνούσα. Δεν πάμε καθόλου καλά. Κυριολεκτικά όμως. Κάποια στιγμή το ούλο υποχώρησε κι έπρεπε να μπει νυστέρι:τα όργανα
άρχισαν να βαράνε άγρια. ¨η μουν πια ένας ζωντανός εφιάλτης στην οδοντιατρική σχολή. Ίσως
να γινόμουν λήμμα στα πρακτικά τους, η το επίσημο θέμα για την πρακτική τούς: ξανθός ύποπτος
γενικά για όλα, κι ανυποψίαστος καλλιτέχνης μας έχει τσακίσει τα νεύρα με τις ηλίθιες κωλοάφθες
του. Ας ψοφήσει πια, η ας το πάρει απόφαση ότι δεν θεραπεύεται διότι ό ίδιος  είναι από μόνος του

μια αθεράπευτη νόσος οπότε μπορεί να πάει στον γέρο Διάολο, να ησυχάσει κι αυτός και μεις μαζί του. Και μάλλον εισακούστηκαν οι ευχές τους η οι κατάρες τους και το χειρουργείο επετεύχθη.
Με μαστούρωσαν κανονικά, μου ξεχείλωσαν τα ούλα και προσπάθησαν να μου τα ξαναβάλουν
στην θέση τους. Φυσικά πάντα υπό τα τρομαγμένα βλέμματα των φοιτητών, γιατί ο Καθηγητής ήξερε.

Το είχε που λένε που λένε ο άνθρωπος, και δεν αγχωνόταν.  Ο μόνος που αγχωνόταν ήταν ο Σ που ήταν κι αυτός παρών στην εγχείρηση, και κάτι μου λέγε με το βλέμμα  του πως κάτι από όλη απ' αυτή
την παράσταση δεν τον έπειθε. Ειδικά όταν ήρθε η ώρα για μου κλείσουν το τραύμα, τοποθετώντας
μου πάνω στο ούλο ένα είδος τσίχλας, τότε είναι που είδα ένα πέπλο τρόμου να τον κυκλώνει.

Στο δρόμο: δεν θέλω να σε πικράνω, αλλά πάμε για μεγάλη καταστροφή. Κι όντως πήγαμε. Η τσίχλα
αποδείχτηκε Μπινγκ Μπάμπολ κι εξερράγη θεαματικά στο πρώτο κομμάτι κοτόπουλου, κοινώς το ούλο
επανήλθε, αν όχι στην  ίδια θέση, σε μια  παραπλήσια, αλλά στο πιο ικανοποιητικό. Οι άφθες όμως δεν με εγκατέλειψαν. Με ένα είδος καρτερίας μου 'εδειχναν να καταλάβω πως κάτι άσχημο
είχε συμβεί στην προηγούμενη ζωή μου. Τις έπαιρνα πια σαν σημάδι. Ίσως αυτή η γλώσσα, αυτή
η πολύ μακρυά γλώσσα να ήταν πολύ πιο μακρυά στην προηγούμενη ζωή μου, κι έπρεπε με κάποιο τρόπο να αποκατασταθεί η ζημιά: σου λέει αφού έχει τέτοιο βρωμόστομα το κωλόπαιδο, δώστου εκεί

5 κιλά άφθες για να μάθει να πορεύεται που μας πουλάει ανετίλα και διάφορες φιλοσοφικές
φιοριτούρες περί Κούντερα και Μούζιλ. Τιμωρήσετε τον κύριο, και φαίνεται πως τιμωρήθηκα
παραδειγματικά, σε σημείο να σκέφτομαι σοβαρά για το αν θα έπρεπε να ξαναμιλήσω η αν πρέπει
να υπάρχω γενικά. Να μην τα πολυλογώ, διότι ήρθε η αποφράς μέρα που έπρεπε να παρουσιαστώ
μπροστά στα άγρυπνα μάτια του Κυρίου Καθηγητή για την ετυμηγορία, τουτέστιν έπρεπε να ξεκολλήσει την τσίχλα και να δει τα αποτελέσματα που όλοι ξέραμε πώς ηταν τραγελαφικά. Αλλά

δεν το λέγαμε. Το αφήναμε να χει σασπένς, έτσι για το ονορέ του πράγματος. Και το ξεκόλλησε
λοιπόν ο δύσμοιρος Καθηγητάκος αυτόν τον λαπά που έμοιαζε με επούλωση και τον έπιασε μια
λύπη σαν θυμό που λέει και το τραγούδι, που λίγο έλειψε να τον αγκαλιάσω, κοινώς πήγαμε άκαπνοι
αλλά δεν βαριέσαι: την είχαμε ρίξει τη ζαριά.\

και για την ανεκδοτολογία:μετά από λίγο καιρό οι άφθες μου υποχώρησαν, όχι χάρις τον Κύριο
Καθηγητή, αλλά χάρις την επινοητικότητα του Σ. "Θα σου πω εγώ τι έχεις" μου είπε μια μέρα
ξαφνικά:σου λείπει σίδηρος και βιταμίνη12, δηλαδή τι σου λείπει; έχει αδειάσει εντελώς το μαγαζί,
απορώ κιόλας πως ζεις με τόση αβιταμίνωση. Κι έτσι έγινε και σώθηκα. Κι έκανα και μια εξέταση
για το αίμα που έδειξε μαζικό όλεθρο και σε σύντομο χρονικό διάστημα επανήλθα. Από τότε, κάθε
φορά που μου χτυπάει η πόρτα το κακό, δηλαδή οι άφθες, χαπακώνομαι μέχρι απελπισίας, με μία
διάθεση απίστευτης χαζοβιόλιασης όσο και συντετριμμένης ευγνωμοσύνης. Να σαι καλά Σ, κι ας μην σε βλέπω,κι ας μην σε απαντώ.


Σάββατο 23 Ιουνίου 2018

-τι γνώμη έχετε για τον θάνατο;
-είμαι γενικά κατά

Δευτέρα 11 Ιουνίου 2018

Σε είδα στον ύπνο μου. Ήμασταν λέει καλεσμένοι σε ένα γάμο. Εσύ φορούσες λευκό χιονάτο φόρεμα, κι εγώ μαύρο λαμέ κοστούμι. Άκου τώρα. Ξαφνικά όμως μεταμορφώθηκες σε κουφέτο
και χωρίς να χάσω ευκαιρία, σε έφαγα. Τόσο απλά.

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2016

Don't Do Me Wrong



"Είσαι Σερ, μου λέει ο κυριούλης του μπιστρό στο οποίο συχνάζω, πρέπει να σε προσέχουμε,
συνεχίζει, και εγώ αναρωτιέμαι αν κυριολεκτεί η αν μου κάνει πραγματικά πλάκα. Το πιο πι-
θανό βέβαια να μου κάνει όντως πλάκα η να με μπερδεύει με την γνωστή τραγουδίστρια.

Όλα είναι πιθανά να συμβούν στο Νησί. Βέβαια  εδώ που τα λέμε κι ο Σπύρος στη δουλειά
έτσι με έλεγε: όποιος με πλησίαζε και  ρώταγε το όνομα μου, εκείνος συμπλήρωνε σχεδόν
με θυμό:μα μιλάμε γιε ένα Σερ! Τι να απέγινε  άραγε. Ο Σπύρος μου θυμίζει πολύ τον Τεό

που γνώρισα εδώ. Κατοικείται κι αυτός από τα 3 Π:Παρθένος, Ποτηράκιας, Πολυλογάς. Να
οφείλεται άραγε στο ζώδιο η έφεση στην αυτοκαταστροφή; Θα πρέπει να ρωτήσω την Τζο
που ζει πια στην Αγγλία κι ήταν ειδική στη Υψηλή Τέχνη Του Διαμελίζομαι Οικειοθελώς.

Είναι μάνα πια, ελπίζω να χει εγκαταλείψει τις κακές συνήθειες. Πώς είναι άραγε να γίνεσαι
μάνα και να έχεις τον μυαλό σου την μπέκρα; Δεν έχω γνωρίσει ποτέ μου καμία και πολύ θα
το θέλα. Ο Τεό πάντως πιστεύει πως η κοινωνικοποίηση των ανθρώπων πρέπει να ξεκινάει
από τα μπαρ, πως δεν έχει καμία ουσία το να πίνεις μοναχός, και πως όταν κόβεις το τσιγάρο

είσαι ένα ποτό μείον. Αυτό το τονίζει το τελευταίο για λόγους αφύπνισης. Η μπορεί και να με
κοροϊδεύει στο βάθος που αρνούμαι να ενδώσω στην αυτοκαταστροφή η τουλάχιστον για αυτήν
που έχει στο μυαλό του εκείνος.Έχω την αίσθηση ο,τι  με κοροϊδεύει που δεν καπνίζω πια.μπορεί
βέβαια να με θαυμάζει για το θάρρος μου και την επιμονή μου στο να μην ενδωσω στον ψεύτικο
καπνό και να το κόψω μια κι έξω. Είναι περίεργο όντως το να μην καπνίζεις και μάλιστα όταν
πηγαίνεις σε μπαρ. Όταν κρατάς ένα τσιγάρο είναι σαν να κρατάς έναν κόσμο ολόκληρο. Έτσι
πίστευα παλιά, αλλά και τώρα το ίδιο πιστεύω. Που και που βέβαια γλιστράω ξανά στην πικράδα
του, αλλά μετά ξεχνιέμαι, θυμάμαι πως δεν πρέπει πια, κι αποσύρομαι. Ο Τεό εκεί, αμετανόητος.

Καπνίζει σαν να έχει μπροστά του ολόκληρες ζωές κι όχι μια, κι αυτή ελαφρώς κουτσουρεμένη.
"Το ξέρεις του λέω ότι σε 20 χρόνια δεν θα υπάρχουμε; τι νομίζεις ο,τι είναι το παιχνίδι; μερικές
δεκαετίες, αν σταθείς φυσικά τυχερός," Μιλάμε για τις ζωές μας σαν να πρόκειται για διασκευή
που θα ανέβει σε ένα μεγάλο θέατρο και οι ηθοποιοί θα ναι μουγκοι, έτσι μου μοιάζει, κι ο Τεό

γίνεται πικρός, αρχίζει να κατηγορεί τους πάντες, την μάνα του τον πατέρα του, κάτι ξέμπαρκους
περαστικούς. Αρκεί να ειπωθεί μια λάθος λέξη κι όλα να πάνε κατά διαόλου. Οι άνθρωποι στο
Νησί δεν παραδέχονται κανένα, και είναι λογικό αν το καλοσκεφτείς. Δεν πάν να σε λένε Θεό
η Τεό, άμα σε βρει η στραβή, δεν συγχωρείς κανένα.Έτσι λοιπόν, όπως και στην αληθινή ζωή
όλοι μιλάνε για όλους με απαξίωση και συχνά με φθόνο.Ακόμα κι ο Τέο. "Έτσι λες και για 
μένα πίσω απ' την πλάτη μου; τον ρωτάω λιγάκι προβοκατόρικα, γνωρίζοντας ίσως εκ των

προτέρων την απάντηση:"Εσύ είσαι Σερ. Εσύ είσαι άλλο."ίσως να φταίει τελικά η έλλειψη
έρωτα για την τόση πικρομουνιάση. Τόσο καιρό εδώ πέρα, είναι απορίας άξιο που δεν
γνώρισα ούτε ένα ελάχιστο δείγμα έρωτα. Το χω πραγματικά καημό να γνωρίσω κάποιον
η κάποια και να του έχει φύγει το κεφάλι από νταλκά. Μάλλον παίζουμε στα ψέμματα. Ίσως

να μάστε κακομαθημένα παιδιά με πόζα και σοβαρό πρόβλημα ενηλικίωσης. Τι σκατά
παριστάνουμε, λέω στον Τεο, αλλά δεν μ`ακούει πια: έχει  βυθιστεί στη δίνη του.
Το ποτό έκανε τέλεια τη δουλειά του, τουλάχιστον είναι ήσυχος, σιωπηλός, έχει βυθιστεί

όμορφα μέσα του, δεν κάνει τις τρέλες που κάνουν οι άλλοι άνθρωποι και ιδίως οι Βόρειοι


Το θυμάμαι πολύ καλά εκείνο το ταξίδι.
Ήταν καλοκαίρι του 11, ακόμη η Νορβηγία δεν είχε ανατιναχτεί, και οι άνθρωποι διψούσαν
για φθηνό αλκοόλ, κι έτσι ταξίδευαν για λίγες ώρες για να εφοδιαστούν με ισχυρά όπλα για
να μπορέσουν να πατήσουν κάτω αυτό το τέρας που λέγεται Νορβηγικός Ευατός απέναντί
στη γκρίζα χλωμή πραγματικότητα που δεν τρώγεται με τίποτα.Ίσως να φταίει ο καιρός που

οι άνθρωποι χλώμιαζουν και δεν βρίσκουν καμιά δικαιολογία για να μείνουν ζωντανοί. Ίσως
πάλι να μην φταίει τίποτα και να τους νικάει απλώς ο κακός τούς ευ ατός. Το θυμάμαι εκείνο

το ταξίδι με μια σχετική λύπη: ήταν πρωί, γύρω στις 10, και τα μικρά Νορβηγικά Προβα
τακια βελάζαν από ανία και βαρεμάρα περιμένοντας να ανοίξει το μπάρ. Ήταν ο αφελής
ευατός μου που ζητωκραύγαζε σιωπηλά πως αυτοί οι φιλήσυχοι νοικοκυραίοι περίμεναν
για καφέ, αντι για δεκάδες μπουκάλια κρασί. Που να φανταστώ πως γυρεύαν να κολυμπή
σουν μέσα σε βαθιά χύτρα  πνιγμένη σε αλκοόλ. Μιλάμε για λίτρα, χιλιόμετρα ολόκληρα.

Για πότε μεταμορφώθηκε η σιωπηλή άμορφη μάζα, σε ένα  πολύχρωμο πολύβοο
αλκοολικό μελίσσι ήταν ζήτημα πραγματικά πολύ περιορισμένου χρόνου. Τα τραγούδια
και οι χοροί έδιναν και έπαιρναν, οι γυναίκες ξεσάλωσαν, άρχισαν να ουρλιάζουν, τα
δε μικρά παιδιά τους, σαν να τα είχαν κι αυτά ποτίσει από ωραίοτατο Νορβηγικό κρασί

κι το Γλέντι άναψε για τα καλά. Και μείς στη γωνιά μας, οι μοναδικοί παρίες από το
Ελληνογκρίς, ρουφάγαμε τον καφεδάκο μας, κάνοντας προσευχές για να μην χαθούμε
μέσοπέλαγα, από ένα μοιραίο λάθος, η από ένα μοιραίο ποτό. Γιατί τα χουν αυτά οι
καπετάνιοι, και ιδίως οι αλκοολικοί. Αλλά τελικά όλα πήγαν κατ'ευχήν, και με την
θέληση ολωνών ξεχάστηκαν όλα. Από τότε έχουν περάσει χιλιάδες χρόνια, αλλά
πάρ'ολα αυτά κάθε φορά που βλέπω καραβάκι εδώ στο Νησί, μου ρχέται στο μυαλό

αυτή η ζαβή ιστορία, κι όσο  κι να με θλίβει λίγο στην άκρη της, στο βάθος της βαθιά
με κάνει να χαμογελώ.









Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2016

Ανυπεράσπιστες αγάπες


Μισούσε τα νύχια.Τα εκοβες και συνέχιζαν να μεγαλώνουν, τα ξαναέκοβες και σε μια βδομάδα
πάλι περίσσευαν. Κολλημένα στο τρυφερό ανυπέρασπιστο δέρμα-σαν προβιά χωρίς τρίχες- μεγα
λωναν μόνα τους, ενώ τα δάχτυλα έμεναν ίδια υπομένοντας το σκληρό καύκαλο που μάκραινε
εν αγνοία τους. Αν υπήρχε εξέλιξη, αν οι θεωρίες του Δαρβίνου ήταν σωστές, γιατί τα νύχια

είχαν παραμείνει; Γιατί δεν είχαν εξαφανιστεί μαζί με τις ουρές και το τρίχωμα; όλος ο μακρύς
διάδρομος του φάνηκε ζωγραφισμένος με νύχια βρώμικα σκαλιστά στον τοίχο. Οταν ήταν μικρός
η μητέρα του του τα έκοβε σύρριζα, τον ακρωτηρίαζε, για πολλή ώρα μετά υπέφερε, δεν μπορούσε
να πιάσει τίποτα, προχωρούσε στο σπίτι με σφιγμένες γροθιές. Κι αυτά τα μισοφέγγαρα από κομμ
ενα νύχια...μερικοί τα φύλαγαν ως κειμήλιο, τα άφηναν ή δήθεν τα ξεχνούσαν στην άκρη του  κομ
οδίνου ή πλάι στη λεκάνη, κίτρινα μισοφέγγαρα, άλλοτε μαλακά σαν καουτσούκ, άλλοτε άκαμπτα

σαν κόκαλα.Κάποτε μια υπηρέτρια ξεσκόνισε το τραπέζι με γρήγορες κινήσεις, τότε τα είδε, πως
μπορούσε να μην τα δει, ένας σωρός από δαύτα αν και κανονικά θα πρεπε να ήταν μόνο δέκα όσα
τα δάχτυλα, η υπηρέτρια ξεσκόνισε με επιμέλεια, αλλά καθώς επίτηδες τα αγνοούσε, το χέρι της με
το ξεσκονόπανο πέρασε αρκετές φορές δίπλα τους και τα απέφυγε προχωρώντας προς άλλη κατευθυ
νση, μεγαλώνοντας το μαρτύριο του, μέχρι που με μια αφηρημένη  κίνηση, πράγματι αφηρημένη;

τα έσπρωξε σκορπίζοντας τα στο πάτωμα. Τον είχε πιάσει ναυτία.  Τώρα πια δεν θα μπορούσε ποτέ
να τα μαζέψει. Τώρα οποιαδήποτε στιγμή εκείνος θα μπορούσε να περπατήσει πάνω τους περπατώ
ντας ξυπόλυτος. Και πως λέγονται αυτά τα μυτερά σκαθάρια που φυτρώνουν ανάμεσα στο δέρμα
και το νύχι; Παρωνυχίδες.


(Έρση Σωτηροπούλου
                             Τι Μένει Από Τη Νύχτα)

Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2016

Εσείς που ξυπνάτε.



Πολυαγαπημένη μου, σε χαιρετώ. Ήθελα από καιρό να σου γράψω, να μάθω πως περνάς και πως ζεις
αλλά ντρεπόμουν, γενικά ντρεπόμουν για όλα, αλλά αυτό ας μην το κάνουμε θέμα Μαργαρίτα.
Για την ώρα, γιατί μετά, δεν ξέρεις πως θα μου τη δώσει, γιατί έτσι και μου τη δώσει, γίνομαι πολύ
ξεδιάντροπος. Αλλά ας κρατηθούμε από τα προσχήματα.η από τα βιβλία. Για να σου πω την αλήθεια

προτιμώ τα δεύτερα, είμαστε άλλωστε σε μια ηλικία που δεν μας χρειάζεται κανένα είδους πρόσχημα
αρα ας μπούμε κατευθείαν σ`αυτό που πονάει πιο πολύ, δηλαδή σε ο,τι δεν αντέχουμε. Πολύ ανθρωπίλα ρε συ Μάργκαρετ, έχει βρομίσει ο τόπος από ανθρωπίλα καμμένη, μεταφορικά και κυριολεκτικά. Αρα μπορείς να θεωρείς τον ευατό σου έως και τυχερό που δεν βιώνεις τέτοια ήττα.

Αλλά από ήττες εσύ, άλλο τίποτα. Μην κοιτάς τώρα που έχεις ενσαρκωθεί σε ρωγμή και καμαρώνεις
μέσα  από τα χαλάσματα. Τυχερή Ρίτα. Ακόμα κι από τη χώρα του Ποτέ-Ποτέ  εσύ διδάσκεις.
Δεν ξέρω ρε συ φιλενάδα, αλλά πολύ σε ξαναγαπησα. Διάβασα ξανά βλέπεις την μαγική βιογραφία σου, και θαμπώθηκα.Από πιο πλανήτη κατέβηκες ρε συ, πες μου ένα όνομα κι εγώ θα το πιστέψω.
Πονεμένο μου, στενάχωρο πλάσμα που δεν σε πίστευε κάνεις."Μην γράφετε Δεσποινίς Ντυράς
Είστε ατάλαντη" σου γραφαν τότε τα ανίδεα μόγγολα. Κι εσύ τι τους έλεγες πως μπορούν να πάνε
να γαμηθούν. Εγώ θα γράφω, γιατί πρέπει να γράφω, γιατί δεν υπάρχει γιατί. Άλλωστε πίστευες πως
το γράψιμο δεν είναι επάγγελμα, αλλά υποχρέωση. Δεν σε κατάλαβαν στην πατρίδα σου, αλλά
σάματις κατάλαβαν κανένα στην ώρα του; Για ρώτα τι έπαθε ο Ταρκόφσκι.Τον ξέσκισαν οι σύμμαχοι
"Παρατά τις μηχανές σύντροφε, και πήγαινε να δουλέψεις σε κανά εργοστάσιο."Καλά μην σου πω

τι κάνανε στον Μούζιλ. Η στον Όσιμα. Δεν θα σου για τον Ταχτσή και κουφαθείς εντελώς, που πούλησε το σπίτι του ο καλλιτέχνης για να εκδώσει το Τρίτο Στεφάνι, για να του πει μετά η πατρίδα
πως δεν τον χρειάζεται.Αλλά έτσι είναι χρυσό μου παιδί:το μέλλον αποστομώνει τους προφήτες.



Όλα στράφι πήγανε καλή μου, δηλαδή τι να σου πρωτοπω για αυτό το έγκλημα,και τι  να ομολογήσω.
Είναι σαν το τραγούδι που λέει, δεν ξέρω άμα το ξέρεις, κοιμήσου εσύ κι εγώ θα ονειρεύομαι, σαν ήσυχος θεός θα εκπορεύομαι. Και τι κάνει ένας ήσυχος θεός Μαργαρίτα μου όταν τον αφήσεις στο πολύ λάσκα; Άσε μην πεις, θα σου εγώ: θα στα κάνει όλα πουτάνα, γιατί θεός είναι, θα κάνει ο,τι
του καυλώσει. Πάρτο εσύ αυτό τώρα αυτό και δώστου μια προέκταση ποιητική, αλλά με μια εσάνς
ξεφτίλας. Γιατί ξεφτίλα είναι αυτό που ζούμε από όποια πλευρά να το δεις. Σε φαντάζομαι να γεννι
οσουν ας πούμε σήμερα και να γράφες  το Φράγμα στον Ειρηνικό, η τα Αλογάκια της Ταρκίνια. Τι θα λέγαν οι σκατόμυαλοι. Αυτοί που βγαίνουν με τις κλαρωτές ρόμπες  σε όλα τα σόσιαλ, ξέρεις.

Αλλά κι αυτό το θέμα με τη μάνα σου πια. Τι ανελέητο κυνηγητό Παναγιά μου. Τελικά έχω καταλήξει
ο,τι πως, όπως και να σε λένε, ο,τι ζωή κι αν ονειρεύτηκες να κάνεις, πάντα θα υπάρχει μια μάνα
από πίσω σου να σου τραβάει την ουρά. Είχες γεράσει, ήσουν λιώμα απ`το αλκοόλ, κι όμως ένιωθες
την σκιά της να σε βαραίνει. Την φοβόσουν, ακόμη και νεκρή την φοβόμουν, ίσως πιο πολύ από τι
ήταν ζωντανή. Η στιγμή που της πήγες το πρώτο σου βιβλίο τυπωμένο θα πρέπει να ήταν δραματική.

Σαν να πέρναγε εξετάσεις ολόκληρη η ύπαρξη σου. Καημένη Μαργαρίτα, 40 χρονών γαϊδάρα κι
ο ίσκιος της μάνας σου σε κάνει να τρέμεις. Θα πρέπει να ήταν κάτι το συγκλονιστικό:η εικόνα
μιας κόρης απελπισμένης που περιμένει σαν ερωτευμένη νεοφώτιστη την ευχή της μάνας. Την
αποδοχή της. Αλλά που τέτοια τύχη. Δεν θα καταλάβει τίποτα και θα σε βρίσει ο,τι την πρόδωσες.
Ο,τι την ξεπουλήσες. Μια μάνα μόνη να παλεύει με την φτώχεια και τους αποικιοκράτες, και τον
αδελφό σου, αυτόν τον μεγάλο αλήτη, τον μεγάλο έρωτα της, γιατί έτσι είναι οι γιοί:προσφέρονται
μόνο για έρωτα, αλλά και για να δέρνουν την μικρή τους αδελφή. Ο σουρεαλισμός στη ζωή σου
εγκαταστάθηκε πολύ νωρίς στη ζωή σου, γιατί αν δεν είναι σουρεαλιστικό στοιχείο να σε πουλάει

η μάνα σου σε έναν πλούσιο Κινέζο για να μπορέσει να σας σώσει,τότε τι είναι; Αλλά αν το καλοσκεφτείς, σουρεαλιστικό είναι κάτι που σε διασκεδάζει, αλλά και σε κάνει να καταλαβαίνεις
ο,τι δεν ζεις στον καλύτερο από τους δυνατούς κόσμους. Τι ήσουνα τότε αν το καλοσκεφτείς;
Ένα παιδί παραπεταμένο, και τι κάνουν αυτά τα παιδιά;στήνουν μπαλωμένους ιστούς τρυφερότητας
για να σε ξεγελάσουν. Αλλά έρχεται η πραγματική ζωή, και τότε λες γκουντμπαί σε όλα.



Νίκησε η τσοκάρίσια ζωή ρε συ Μαργαρίτα και θα τρελαθώ. Άλλοι πάνε από σφαίρα, κι άλλοι
από καθαρό ατόφιο τσόκαρο. Δικαιοσύνη σου λέει μετά. Κάτι ήξερες εσύ και το ριξες από νωρίς
στην μπέκρα. "Πρέπει να καταστρέψουμε την ίδια την ιδέα της αγάπης, για να μάθουμε με ένα
καινούργιο τρόπο να αγαπάμε" έλεγες μέσα στο παραλήρημα σου κι έχεις δίκιο, εσύ που δαφνο
στεφανώθηκες από λάτρεία κι ερωτα. Μά πάνω απ`όλα η σάρκα. Η μήπως ηταν το πιοτό;

ίσως για όλα να φταίνε οι μανάδες, γιατί πως αλλιώς να δικαιόλογήσω την επιμονή της μάνας σου
στο να μάθεις να πίνεις, οντας 15 χρονών. "Πρέπει να μάθεις να πίνεις μπύρα. Εκεί που μεγάλωσα
στο Βορρά ολα τα κορίτσια επιναν, πρέπει να μάθεις κι εσυ να πίνεις, πρέπει! Σχεδόν σε διέταξε.
Πως να μην γίνει ο μεγαλύτερος γκόμενος σου; Και θα χες πεθάνει αν δεν σε είχε περισυλλέξει
ο τελευταίος ερωτας, ο μικρούλης Γιαν, ο γλυκός ομοφυλόφυλος άνδρας που σ`αγάπησε οσο
τίποτα αλλο στο κόσμο. εν τω μεταξυ, οσα χρόνια λείπεις ο κόσμος παρέμεινε μαλάκας και κουλός, οπως είχες προφητέψει, οι ανθρωποι έπαψαν πια να διαβάζουν βιβλία, οχι πως διάβαζαν και  ποτέ

η Αριστερά απέτυχε, οι φασίστες μπήκανε στην πρώτη γραμμή, η Γαλλία του Μάη του 68  που
ονειρεύτηκες πως θα αλλάξει τον κόσμο είναι πια για κλάμματα και τελείως για τον πούτσο, αρα
πρέπει να νιώθεις τυχερή σχεδόν που δεν ζεις, μην σου πω και προνομιούχα. Σαν να σας ακούω
όμως απο τα βάθη του τίποτα σας να μονολογείτε, φαντάζομαι για αντιο :δεν ξέρουμε που πάμε
αλλά αυτός δεν είναι λόγος για να μην πάμε. Εστω κι αν είναι να πάμε στο διάολο.


   Αντίο Κυρία Μαργαρίτα. Θα τα ξαναπούμε πάλι σε 5 χρόνια.


Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2015

Τα γλυκά


Ήταν βράδυ την ώρα που τον είδε και του κόπηκε η ανάσα, κρατούσε ένα κουτί γλυκά για μια δύσκολη ώρα, και σκέφτηκε αστραπιαία, να τη η δύσκολη ώρα, κάθομαι επί τόπου στο πεζοδρόμιο
και ξετινάζω όλη τη ζάχαρη μέσα μου. στα αρχίδια μου όλα. Να γαμηθεί ο μαλάκας. Έρχεται μετά
από 10 χρόνια μπροστά μου και μου ποζάρει σαν απρόοπτο. Ε όχι ρε φίλε, δεν θέλω. Εντάξει, μην

λέμε μαλακίες: θέλω. Αλλά δεν θέλω να το καταλάβει ότι το θέλω τόσοοο πολύ. Λίγο. Να σε δω
λίγο. Να υποκριθώ απουσία. Λίγο. Όλα στο πολύ σιωπηλό. Να μην μας καταλάβουν. Μην γίνουμε
ρεζίλι αναδρομικά. Έρχεται λοιπόν κοντά σου. Φιλιόσαστε. Εσύ απ έξω ατάραχος. από μέσα φυσικά
τρέμεις. Αν δεν είχες κόψει το τσιγάρο τόσο καιρό, θα κάπνιζες επί τόπου 2 κούτες.

Γελοίο υποκείμενο. Μετά από τόσα χρόνια ακόμη παραμιλάς, μετά από τόσα χρόνια  δεν λες
να ξεχάσεις. Σου λέει πως φεύγει μετανάστης, κάπου βαθιά στο Καναδά. σκέφτεσαι Καναδά
κι ανατριχιάζεις; το μωρό μου σκέφτεσαι, θα πάει στον Καναδά να πλένει πιάτα, το δικό μου
το μωρό, που δεν είναι πια μωρό, αλλά ένας πάρα λίγο πενηντάρης, γαμώ τα μνημόνια σας
και  γαμώ την φτώχεια μου, ρε, ξέρετε τι μωρό σας στέλνω; Αυτόν που βλέπετε εγώ τον είχα

αγαπήσει πολύ, δηλαδή και τώρα τον αγαπάω, μην λέμε και μαλακίες,αλλά τις μεγάλες μας
αλήθειες, πουθενά, ούτε στον ευατό μας δεν τις αποκαλύπτουμε, γιατί είμαστε αδύναμοι και
κακομαθημένοι, και γενικά όλα στα αρχίδια μας, αρκεί να υπάρχει  μπόλικη καψούρα για να

μπορούμε να  αντέχουμε -

Αυτό δεν αντέχεται, σκέφτεται. Τον βλέπει να κρατάει αυτή τη μεγάλη βαλίτσα και του ρχεται
να βάλει τα κλάματα, αλλά πιο πολύ του έρχεται η ωραία εικόνα, γιατί βλέπεις οι άνθρωποι δεν
σκέφτονται με ιδέες, αλλά με εικόνες, κι όσο πιο μεγάλη κι ωραία είναι  μια εικόνα τόσο πιο πολύ
κοντά είσαι στο δρόμο για την υλοποίηση της. Αρκεί να γουστάρεις και να έχεις πολύ  μεγάλο
απόθεμα καψούρας. Για όλα. Σκέφτεται λοιπόν να του πει, πετά την βαλίτσα, η δώστε την σε

κάποιο περαστικό, κάποιον που να χει πολύ ανάγκη. Εσύ δεν έχεις ανάγκη, η τουλάχιστον δεν θα
πρεπε να έχεις. Εσύ είχες πάντα εμένα. Μην κοιτάς που δεν το ξέρεις. Κοίτα, τώρα θα πάμε σπίτι

και συ δεν θα ρωτήσεις τίποτα. Αλλά ούτε και γω θα ρωτήσω. Δεν χρειάζεται. Θα ανάψω
το θερμοσίφωνα, θα σου φέρω καινούργια ρούχα να φορέσεις, θα είσαι όμορφος, υπομονετικός
θα είσαι όλο το από κει και πριν σου, γιατί έτσι είναι οι άνθρωποι, δεν αλλάζουν, κι όπως θα κάτσεις
στο καναπέ, θα ανάψουμε την τηλεόραση, και θα αρχίσουμε να μιλάμε κανονικά σαν να μην έχει

προηγηθεί τίποτα, καμιά συντριβή, κανένας πόνος, καμιά χρονική απουσία, και κείνη τη στιγμή
θα μου το πεις; φέρε το κουτί με γλυκά που πήρες. Θέλω λιγάκι να χαθώ

Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2015

Το ατύχημα.


Με κρατάει από τον ώμο στην αρχή, καθώς βγαίνουμε απ το ασανσέρ. Ύστερα με παίρνει αγκαλιά
50 χρονών σχεδόν, αλλά τα μάτια του ακόμη φοβισμένα. Πότε θα ενηλικιωθείς; του λέω. Μάτια μου.
Με κοιτάζει με παράκληση. Μάλλον ποτέ υποθέτω. Περπατάμε, δηλαδή ένας θεός μόνο μπορεί να
το πει αυτό, και μάλλον κουτσός, αλλά εμάς τι μας νοιάζει, εμείς παριστάνουμε  πως περπατάμε.


Κάνουμε μικρά επίπονα βήματα κι αγκομαχαμε, δηλαδή εσύ αγκομαχάς, αλλά εγώ πονάω  περισσό
τερο. Κάτσε να  κάνουμε μια στάση να ανασάνεις. Να το σκεφτούμε αδελφέ μου. Να το εξηγήσουμε
με κάποιον τρόπο ώστε να φαίνεται στα μάτια μας. Αλλά θα μου πεις πως η όραση είναι παραπλανι
τική αίσθηση. Συνήθως βλέπεις ο,τι δεν μπορείς να απολαύσεις. Δεν πειράζει όμως. Στο κεφάλι μας
βρίσκονται οι άλλοι. Εμείς βρισκόμαστε μέσα στη καρδιά μας, σου λέω, αλλά απάντηση δεν παίρνω.

Φαίνεται πως η απάντηση κατοικεί μέσα στη καρδιά σου, σε ξέρω εγώ, δεν με ξεγελάς. Έχεις σκάψει
μέσα σου ένα τεχνητό τούνελ ανάρρωσης, ίσα-ίσα για να μπορείς να ψευτοπείσεις τον ευατό σου
πως μια μέρα ίσως και να γιατρευτείς. Αλλά θα γίνεις καλά, το χω δει στον ύπνο μου, όπως κι αυτό
το ατύχημα, όλα τα χω δει, και με τον τρόπο μου, τα είχα ζήσει πριν τα ονειρευτώ. Και τώρα, τι;

Μισοπερπατάμε, μισοσπασμένοι. Η "σάκα σου" 'εχει ξεκολλήσει βλέπεις, χρειάζεται να πάμε στον τεχνικό  για επιδιόρθωση, κι εκεί πηγαίνουμε, με λυπημένη κούραση, ιδίως στο βλέμμα, αλλά
πηγαίνουμε. Κι όπως πηγαίνουμε μάγκα μου, κι όπως γίνομαι  το χαλί για να μπορέσεις να
πατήσεις για να φτάσεις στην τεθλασμένη σου, μου σκάει ανεξήγητα, Ένας Χριστιανόπουλος
και με κάνει λιώμα, κι εκεί μέσα είναι όλη μας η ζωή, φίλε: να μου δώσεις δύναμη να μην είμαι
ράκος, να σου δώσω συντριβή  να μην είσαι μούτρο. Κι ετσι απαλά, ανατινάζομαι.


Τετάρτη 8 Ιουλίου 2015

Because


διακόπτουμε την πεντάμηνη σιωπή μας για να αποτίσουμε φόρο σ αυτή την ακριβή φωτογραφία,
κι αυτό που την κάνει ακριβή, δεν είναι τα χρώματα, δεν είναι το απόκοσμο που την περιβάλει,
όσο η αίσθηση της αιωνιότητας, μια αίσθηση τόσο μεταφυσική, που νομίζεις ο,τι θα σου κοπεί η
ανάσα μόνο κοιτάζοντας την. Ευλογημένοι να στε τέκνα μου. Αν είστε πεθαμένοι η κοιμάστε, λίγο
με νοιάζει. Αν έχετε σκοπό όμως να ξυπνήσετε, κι έχετε δει κανά καλό όνειρο, πέστε το και μας,
για να δούμε αν φτουράμε έστω και σαν ονειροφάντες.

Τετάρτη 1 Απριλίου 2015

Never Give it Up



Τον περιμένω κάτω να κατέβει  με υπομονή. έχει να βγει στο κόσμο μήνες, ίσως και χρόνια.
Κουτσαίνοντας και με λίγη καλή θέληση τα καταφέρνει. Με κρατάει αγκαζέ και περπατάμε.
Με προστατεύει σαν αδελφός. Στα φανάρια βάζει το χέρι του σαν απλωμένη κουβέρτα και με
σκεπάζει. Δεν πρέπει να με βρει κανένα κακό. Στα αλήθεια ανησυχεί για μένα. Παρότι είναι
άρρωστος, ψάχνει μέσα του να βρει ένα τεχνητό τούνελ ανάρρωσης . Ίσως μια μέρα γίνει καλά

Ποιος ξέρει. ίσως μια μέρα θυμηθεί πως η αποχή του από τη Ζωή συνδέεται με αυτό που τον
πόνεσε. Τι σε πόνεσε μωρό μου; μίλα στο γιατρό. Δεν μιλάει, δεν λέει τίποτα. Ίσως να έχει
αμνησία. Ίσως κάποτε να αγαπούσε τη Ζωή και να το ξέχασε, όπως ξεχνάς και τη πλοκή  ενός
μυθιστορήματος που κάποτε αγαπούσες. Πηγαίνουμε προς τη θάλασσα, αμίλητοι, αλλά μέσα
μας βαθιά χαμογελάμε. Ίσως γιατί έχουμε πειστεί πως έτσι είναι η Ζωή, έχει και χελώνες.

Στο πρώτο παγκάκι που συναντάμε καθόμαστε με ανακούφιση. Ο ήλιος μας χτυπάει  στη καρδιά.
Δεν προλαβαίνω να του γελάσω, κι ανάβει τσιγάρο. Θα γίνουμε καλά, μια μέρα, δεν θα γίνουμε;
τον ρωτάω. Ναι, μου λέει, θα γίνουμε, γιατί να μην γίνουμε; Αφού μας το χρωστάνε.

Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2014

Tender love

Κάθομαι στο καφέ που με έχει φιλοξενήσει τους τελευταίους 7 μήνες όλα μου τα μεσημέρια.
Οι άνθρωποι εδώ είναι έξαλλοι, γιορτάζουν με ένα τρόπο πανηγυρικό, σαν να είναι η τελευταία
τους μέρα επί της γης. Μπορεί και να ναι όμως, ποτέ δεν ξέρεις τι μαλακισμένα συμβόλαια
μπορεί να σου πασάρει τελευταία στιγμή η μοίρα. Γιατί μοίρα είναι αυτή, ποτέ δεν ξέρεις τι
σου επιφυλάσσει. Λίγο να την πιστέψεις, και το κακό σε χει εβρει από κει που δεν το περιμένεις.

Αλλά εμάς τι μπορεί να μας βρει. Τι μπορεί να μας β ρ ε ι παραπάνω. Κοιτάζω τώρα μια χαριτωμένη
κότα να χορεύει ένα καλαματιανό σαν ήταν μπλουζ. Τι πλάκα που έχει. Όταν μιλάει το ποτό, σαν να
παύουν οι άνθρωποι μέσα τους να μιλάνε η τουλάχιστον να μιλάνε με τον τρόπο που θα ταν κατανο
ησιμος. Δεν βαριέσαι. Και που μιλάνε οι άνθρωποι, τι κατάλαβαίνουν. Αφού όλα συνεργούν στο να
σωπαίνουν. Αρα ας καθίσω στην γωνιά μου να απολαύσω τον καφέ μου. Τι νόμιζες, ρακή θα πίνα;

Mε τίποτα. Αλλά όταν κάνει σχέδια ο άνθρωπος, ο θεός γελάει, που σημαίνει πως ενα κερασμένο
καραφάκι έρχεται σαν καψόνι από την σερβιτόρα, και στρογγυλοκάθεται στο τραπέζι μου. Από
ποιόν είναι, κάνω να ρωτήσω, από κάπου, μου απαντάει αόριστα. Ποιος να με ερωτεύτηκε άραγε,
ποιος θέλει τάχα τον βέβαιο χαμό μου. Αλλά δεν δίνω βάση, και το προσπερνώ, βάζοντας στο
μικρό ποτηράκι μου λίγο πιοτί που θα λεγε κι ο Γιάννης. Θα μου πεις ποιος είναι  ο Γιάννης. Ε,
ένας φίλος  είναι, μην θες να τα ξέρεις κι όλα. Ας πιω λοιπόν. Σε κείνη την ψυχή που θέλει να με

δει να ντιρλιάζομαι. Σηκώνω λοιπόν το ποτήρι και το υψώνω στην υγειά του Αγνώστου Πότη.
Άντε παλικάρι μου. Η παλικάρισσα. Ότι καλό η ματαιωμένο δεν σε χει βρει να σε βρει τώρα
και να σου αλλάξει τον αδόξαστο. Κάνω να πιω λιγάκι και μου ρχεται φλασάκι η κουβέντα
που είχαμε προχθές στο τηλέφωνο. Τι ωραία που τα λέγαμε μετά από καιρό. Κατά βάθος το

ξέρεις ο,τι είσαι ο τυχερές μου Άγγελος. Οσα δεν έχω πει σε σένα, δεν τα χω πει στον κόσμο όλο.
Γιατί άραγε. Τι να σου πω. Μάλλον από άμυνα, μπορεί κι όμως από φόβο, μην το αποκλείεις.
Μ`άρεσε που μου πες πως από το 2009 έχουν περάσει χιλιάδες χρόνια. Τι ωραία που ήμασταν
τότε η πως καμωνόμασταν πως είμαστε. Δεν πειράζει. Και το ψέμα κάτι καλό έχει να χτενίσει.

Το θέμα να έχεις μαλλιά. Η και χρόνο. Το θέμα είναι να μην είσαι αδρανής. Κάπου διάβασα πως
η αδράνεια κάνει και ένα πούπουλο σκληρό. Δεν στο πα, και δεν στο πα για να μην γελάσεις. Στο
ιντερνέτ καφέ που πηγαίνω υπάρχει  πραγματικά μια αστεία γυναίκα. Κοντεύει τα 60. Όταν με
βλέπει το πρόσωπο της φωτίζεται. Στην αρχή νόμιζα πως ήμουν ο μοναδικός παραλήπτης αυτής
της εικόνας, αλλά μετά όταν είδα πως το ίδιο κάνει με όποιον βρεθεί στο πέρασμα της, χαμογέλασα
πικρά. Είναι σαν τον έρωτα, που νομίζεις πως εσύ είσαι το αυθεντικό, πως κανείς άλλος δεν σε έχει
ξανακοιτάξει έτσι και τα λοιπά, και τα αποδέλοιπα. Τι έλεγα; Α, για αυτήν την γυναίκα. Σου λεγα

πως είναι αστεία, αλλά δεν σου είπα γιατί: έρχεται στο καφέ φορώντας παντόφλες. Που να τρέχω
σου λέει με παπούτσια και τα σχετικά. Ενώ με ένα ζευγάρι ανατομικές παντόφλες  σου μοιάζει
αλλιώτικο το γιου τιούμπ. Ένα βράδυ την είχα δει πολύ αργά, και το αν λέμε αργά, εννοούμε τις
πρώτες πρωινές να καπνίζει σε ένα παγκάκι και να τραγουδάει. Δεν ήθελα να με δει κι έτρεξα.

Αλλά ατύχησα γιατί με είδε. Την επόμενη μέρα μάλιστα μου το σκάσε: σας είδα χθες, μην νομίζετε
πως δεν σας είδα. Έκανα τον ανήξερο. Μπα αποκλείεται. της είπα. Θα με μπερδέψατε για κάποιον
άλλον. Εσύ 'ησουνα, επέμενε. Σε καταλάβαίνω από τον τρόπο που περπατας. Είναι σαν να κουβαλάς
θάλασσες και βουνά  και δεν ξέρεις πως να τα ξεφορτωθείς. Μ `άρεσε αυτή η παρομοίωση, κι άμα
μ `αρέσει κάτι, κοκκινίζω. Σαν παντζάρι έγινα τώρα, τι να λέμε. Αλλά το χειρότερο η το καλύτερο,
εξαρτάται από ποια πλευρά θα το δεις, ήταν μετά από 2 μέρες:εσείς πρέπει να γράφετε, Σας ξέρω.
Σας έχω καταλάβει. Περιττό να σου πω πως έγινα. Εσύ δεν γράφεις πια. Σε καταλαβαίνω. Κι εγώ


μην νομίζεις, ζορίζομαι. Που είναι εκείνα τα χρόνια που γράφαμε κάθε 2 -3 μέρες. Και με τι λαχτάρα.
Μπορεί να μην έχουμε να γράψουμε κάτι άλλο, θα μπορούσες να σκεφτείς, η ο τρόπος που ζούμε δεν
μας αφήνει περιθώρια να γράψουμε αυτό που πραγματικά θέλουμε. Κι αν δεν θέλουμε; δεν πειράζει
θα σου πω . Θα κάτσουμε στους τάφους των πεθαμένων μας ποστ και θα φάμε το βαζάκι με το μέλι
μέχρι να λιγωθούμε. Τώρα που είπα για νεκρούς θυμήθηκα και τον Κουμανταρέα. Στην γειτονιά μου
έμενε, το ξέρες αυτό; Θεός σχωρέστον, και κοίτα να δεις λέω, εκεί που δεν του χα καμία λογοτεχνική

εκτίμηση, σκάει το τελευταίο προφητικό του βιβλίο και με κάνει λιώμα. Έλιωσα, πραγματικά, έλιωσα
κι έλιωσα, γιατί είδα έναν άνθρωπο που μπροστά στην παραδοχή και την εξιστόρηση ολόκληρης της
ζωής του, έχει το κουράγιο να βλέπει το μηδέν του να τον πλησιάζει και να το σαρκάζει με τον πιο
σπαραχτικό τρόπο. Ίσως όμως  να με λιώσε και η ιστορία του με την Λιλή. Όταν κουνάς το μαντήλι
στους ανθρώπους  που αγαπάς, κάπου στενεύουν τα γεγονότα μέσα σου, και κάπου αναγκάζεσαι μέσα σου να πεις: μην μ`αφήνεις. Αλλά η ρυπαρή ζωή νικάει  και τον εξαίσιο έρωτα, αγγελέ μου,
που σημαίνει πως ο,τι κι αν κάνουμε στο τέλος θα νικηθούμε. Τουλάχιστον να νικηθούμε ερωτευμένοι. Κι αυτό θα είναι το κρυφό μας χαρτί σε περίπτωση που μας βάλουν σε πειρασμό
να χάσουμε, κι πώς θα λέγε ο Μ. για το τέλος:εγώ  σου έδωσα τα γιαλιά να βλέπεις. Τα μάτια
είναι δικά σου.


Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2014

Strike a pose


Ξέρω κάποιον που διαβάζει ευαγγέλια, χωρίς να πιστεύει. Ξυπνάει κάθε πρωί, η όποτε αυτός
αποφασίσει πως είναι, και γλιστράει με κέφι καταπάνω τους, σαν να είναι κάτι σημαντικό η
κάτι επείγον. Έχει να βγει  έξω απ`το σπίτι του πάνω από 2 χρόνια, και μοιάζει ευχαριστημένος

που ζει έτσι χωρίς να έχει καμιά ανάγκη από την πραγματικότητα.  Στις επίμονες ερωτήσεις μου
για το αν πιστεύει πως η πραγματικότητα ίσως με τον τρόπο της μπορεί και να τον χρειάζεται η
απάντηση του είναι πάντα φειδωλή: μα γιατί το σκαλίζεις; Δεν βλέπεις  ο,τι όλα συντελούν στο

να σαπίζω με επιείκεια μέσα στο κελί μου;  Στην προσπάθεια μου για να τον συνετίσω προσκρούω
πάντα σε τοίχο. Μια μέρα δεν άντεξα άλλο και του έβαλα τις φωνές: μα γιατί, για  ποιο λόγο γίνονται
όλα αυτά, εξήγησε μου. Μα δεν καταλαβαίνεις; μου απάντησε, κάνω χώρο στο απρόοπτο. Προσπαθώ
να το καλοπιάσω. Από κείνη τη μέρα του φέρνω συνεχώς καραμέλες. ίσως γιατί πιστεύω βαθιά μέσα
μου πως και ο τελευταίος μονήρης αυτού του κόσμου αξίζει κάπου-κάπου την γλύκα μας.


Από την άλλη, δεν πιστεύω οτι όλοι και όλα αξίζουν την ανοχή μας. Αντιθέτως, πιστεύω( γιατί παλιά
δεν το πίστευα η τουλάχιστον δεν το υπερασπιζόμουν όσο του άξιζε) πως ο τσακωμός, οι γλυκές χρι
στοπαναγίες βοηθούν πραγματικά το να καθαρίσει το μέσα τοπίο. Για να ανθίσει το    έξω   φυσικά.


Αλλά πολύ σπάνια ανθίζει, κι αν ανθίσει  μοιάζει σαν να είναι μια φθηνή απομίμηση φθηνού παραδείσου. Αλλά και οι παράδεισοι χουν κι αυτοί τα δώρα τους, έστω κι αν μοιάζουν προσω
ρινοί. Με ανακουφίζει κάπως η άποψή του Νίτσε: τα κουνούπια δεν τσιμπάνε από μοχθηρία,
θέλουν κι αυτά να ζήσουν. Ισως κάπως έτσι μπορεί να συμβαίνει και με τους ανθρώπους όταν
σε πληγώνουν. ϊσως πάλι η στάση του σκορπιού να εξηγεί τα πάντα για την ανθρώπινη φύση:
δεν ήθελα να σε δαγκώσω, αλλά έπρεπε να δικαιώσω την σκορπίσια φύση μου. Και κάπως έτσι
περνάνε οι αιώνες, χάνοντας  πολύτιμο δηλητήριο για την δύσκολη στιγμή. Αλλά το θέμα είναι

το τώρα. Μάλιστα.  Μια ιστορία που είναι τόσο ανοιχτή στις υποθέσεις, και  τόσο κλειστή  σε
συμπεράσματα, που θα πει πως είμαστε έρμαια στα άλλα ντάλων του καθενός. Ακόμα κι έτσι
όμως, παρ όλη την παραδεδεγμένη αμηχανία μας και την φτώχεια μας έχουμε ακόμα πλάκα.

 
¨Ολα όμως θα μας συγχωρεθούν όταν βγει με το καλό στις αίθουσες η νέα ταινία του Ξαβιέ Ντολάν
την άνοιξη  και τότε θα ξεβολευτούμε για τα καλά.




Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2014

Πολλές φορές, παλιά.


































































































Διαβάζω μια παλιά κριτική για ένα βιβλίο που πολύ έχω αγαπήσει, εδώ και 2000 αιώνες.
Θα μου πεις τι σε πιάσε. Ε, με πιάσε. Πάσχω μάλλον από εκείνο το είδος της αγιάτρευτης
νοσταλγίας για τα πράγματα που αντέχουν να καταστρέφονται, κι όμως, καταφέρνουν κι
επιζούν. Θα μου  πεις πως τα καταφέρνουν. Μην με ρωτάς. Εγώ το μόνο που ξέρω να κάνω

είναι να αγαπάω. Τα βιβλία. Καμιά φορά και τους ανθρώπους. Ειδικά αυτούς που τα  γράφουν
κι αξίζουν, τους διπλοπαρκάρω με φοβερή  ασφάλεια μέσα μου. Αλλά στεναχωριέμαι φοβερά
για αυτούς που τα διαβάζουν και μετά πρέπει να μπουν στον κόπο να τα κρίνουν. Αφού δεν τα
αγαπάς και φαίνεται. Γιατί δεν έχεις  επιείκεια η γενναιοδωρία. Που αν το καλοσκεφτείς είναι
σχεδόν το ίδιο. Θα μου πεις ποιος κάθεται να διαβάσει αυτές τις κριτικές: εγώ. Δεν θα πρεπε
αυτό να αρκεί; Τώρα που γράφω αυτά, μου ρθε σφηνιά μια παλιά συνέντευξη του Κωνσταντίνου Β.
Σ`αυτήν τη συνέντευξη, μαζί με όλα τα ωραία του, έλεγε πως δεν πειράζει, πως αν έρθει εκείνη

η στιγμή που δεν θα χει τίποτα άλλο μέσα του να γράψει, θα κάτσει σε μια γωνιά και θα
παρατηρεί τον κόσμο. Όλο και κάποιος θα βρεθεί να του δώσει ένα πιάτο ρύζι. Ένα πιάτο ρύζι.

Το σκεφτόμουνα μέρες αυτό, συνέχεια, κι έλεγα, για φαντάσου, ο κόσμος είναι μικρός κι ασήμαντος
στα μέτρα μας και δεν χρειάζεται να χολοσκάς. Κι ένα πιάτο ρύζι την κάνει τη δουλειά του.


Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2014

Secret


Μεταμεσονύχτιο τηλεφώνημα από τον Λ.

"Δεν νομίζω να κοιμάσαι; Αλλά και να κοιμάσαι  πρέπει να ξυπνήσεις".

Πήγα να αρθρώσω ένα μισόαθωο "μίλα, τι συμβαίνει, αλλά δεν πρόλαβα.

"Πήρα να σου πω ότι   ήρθε ο καιρός που πρέπει  να ενσωματώσεις μερικές

έννοιες μέσα σου. Καταρχήν πρέπει να καταλάβεις τον κόσμο. ¨Οχι αυτόν που

ήξερες. Αυτόν που ήξερες να τον ξεχάσεις, αν και εδώ που τα λέμε  εσύ με τα

μυαλά  που κουβαλάς είσαι ικανός να ξεχάσεις τα πάντα. Το χω δει το έργο.

Αν ήσουν ας πούμε ένα είδος Big Brother, που είσαι, θα ψήφιζες τον ευ ατό  σου.

για αποχώρηση. Θα διαχώριζες τον ευατό σου από το Εγώ σου. Θα έφευγε το Εγώ σου

 και  θα σου μένε αμανάτι ο μίζερος Ευατός σου. Σιγά τα αυγά θα μου πεις. Ναι μωρέ, σιγά.

Ας σπάσουν. Ας σπάσεις γενικά. Αλλά δεν σπας. Δεν σπάει κι αυτός ο κόσμος  να ησυχάσουμε.

Το ήξερες ας πούμε εσύ ότι υπάρχει πολύς κόσμος που άμα του δείξεις τη ζωή και μετά

το θάνατο και μετά τη Ζωή, θα μπερδευτεί και δεν θα ξέρει ποιο είναι ποιο;" Πήγα να

ψελλίσω ένα "ναι, το ξέρω" αλλά δεν πρόλαβα. Η φωνή του είχε κάνει φτερά.



Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2014


¨Αρρωστοι για λόγους υγείας

  εκτός κι αν αρρωστήσουμε στα σοβαρά

οπότε θα πεθάνουμε στ`αλήθεια

             πα μαλ

Τετάρτη 30 Ιουλίου 2014

Εδέμ.



Αν μου λεγες πριν ένα χρόνο, φαντάσου τον ευατό σου να ξεριζώνεται απ`το σπίτι του, και να
επιστρέφει μετά από 500 χρόνια, το σίγουρο θα ήταν πως θα σε λέγα τρελό. Βλέπεις, οι άνθρωποι
της συνήθειας, αρνούνται πεισματικά να νιώσουν οικία πέρα από εκεί που τους τάζει η πλήξη τους.
Και συ, σαν άνθρωπος  της συνήθειας, ξέρω πως με καταλαβαίνεις. Αλίμονο σε όποιον  τολμήσει

και σε βγάλει  από το γλυκό σου οικοσύστημα. Να, τώρα σε φαντάζομαι, πρωί-πρωί, να έχεις
ετοιμάσει το καφεδάκο σου και να απλώνεις τον ναργιλέ σου στο διαδίχτυ. Είναι όμορφα. Πάντα
είναι όμορφα όταν έχεις διαλέξει τι πρόσωπο θα φορέσει η σιωπή σου. Τώρα που σου μιλάω ακούω

τα πουλάκια τα πρωινά. Λοιπόν, αυτά τα σκασμένα, πρέπει να υφαίνουν τραγούδια με το κελάηδισμα
τους. Ξέρω κάποιον που είναι μουσικός και αποκρυπτογραφεί τα τιτιβίσματα  τους, κάνοντας τα
τραγούδια. Εγώ πάλι μόνο τις σιωπές μέσα από το βλέμμα των άλλων μπορώ, αλλά δεν παίρνω  κι όρκο. Ένα χρόνο, φυτεμένος μέσα  το νησί είναι λογικό να ξεμάθω. Αλλά κάτι μου λέει πως θα ξαναβρώ τον δρόμο μου. Που είμαι, τι κάνω, που ζω. Ένα χρόνο εδώ στο Νησί, κι ακόμα να το
μάθω." μπορεί να ζήσεις για πάρα πολύ καιρό, αλλά ποτέ δεν θα μάθες από που ήρθε η Ζωή. Είδες
αυτά που ΄ηθελες να δεις. Περπατάς και κοιτάς προς τα πίσω βλέποντας τις αναμνήσεις να ξεθωριάζουν και να πεθαίνουν" Κοίτα τώρα τι ζημιά μπορεί να σου κάνουν τα γαμωβιβλία. Λες,
θα διαβάσω κάτι για να ξεχαστώ, κι έρχεται  η ανελέητη  ατάκα του συγγραφέα και σου λερώνει


όλο τον προορισμό σου. Άντε μετά  απ`αυτό να βρεις  το κουράγιο να αυτοπροσδιοριστείς.
Αλλά από την άλλη " η μόνη τίμια αντίδραση απέναντι στη ζωή είναι να τρέχεις έχοντας
επίγνωση της γελοιότητας του παιχνιδιού" Αρα δε με παίρνει  για χειρουργείο. Το πολύ-πολύ
να καπνίσω κανά τσιγάρο παραπάνω, κι αυτό μην  φανταστείς,  με τον παλιό ζήλο. Σαν να μου
τελειώνουν τα πράγματα, σαν να τα κηδεύω χωρίς να με πολυνοιάζει. Ο θάνατος είναι υπομονή

και γω που παριστάνω πως δεν με καίει με πιάνω κάτι βράδια να φτιάχνω κάτι σπέσιαλ
μονολόγους μ`αυτούς που φύγαν, και δεν εννοώ πάντα τους νεκρούς, αλλά μετά αρχίζει
να σφυρίζει στα αυτιά μου αυτό , και λέω, όχι ρε, να πάτε να γαμηθεί τε, δεν είναι δυνατόν
να περνάς όλη σου τη ζωή μαδώντας πούπουλα απλώνοντας τα πάνω στην μαύρη πίσσα
του μυαλού σου. Έχω καλύτερα  πράγματα να κάνω. Κι έτσι κατεβαίνω στο λιμάνι κι αγναντεύω

τα κύματα. Έχει γλυκάνει πολύ ο καιρός. Μοιάζει με καλοκαίρι, αλλά δεν είναι η τουλάχιστον
δεν είναι ακόμα. Τα ζευγάράκια εδώ θεριεύουν το βράδυ στα παγκάκια. Τι καταλαβαίνουν ο ένας
για τον άλλο, ούτε που το ξέρω. Τι όρκους αγάπης να ανταλλάσσουν άραγε που δεν θα κρατήσουν.
Ένα απ`αυτά τα ζευγαράκια,ο  άντρας ειδικά, μου πλάνταξε την καρδιά: είχε χωθεί στην αγκαλιά

της κοπέλας του και κυριολεκτικά πλάνταξε στο κλάμα. Μην μ`αφήνεις, της έλεγε, μην μ`αφήνεις.
και κείνη η άσπλαχνη, τίποτα, ασυγκίνητη, μα ούτε ένα δάκρυ να μην στάξει; σαν να μην την αφορούσε. Έτσι μου ρθε να την βουτήξω απ`το μαλλί "Είσαι ηλίθια παιδάκι μου; ήμουν έτοιμος
να της πω, αλλά σκέφθηκα, τι ψάχνεις. να βρεις στα ξένα βάσανα, δεν σου φτάνουν τα  δικά σου;


Στα παγκάκια πάντως μαθαίνεις, κάτι αξεδιάλυτο που λένε, αλλά μαθαίνεις. Έρχονται ας πούμε τύποι
απ`το πουθενά και σου συστήνονται. Άρης, σου λένε. Τι κάνετε. Να το χαίρεσαι λεβέντη μου
το όνομα σου, που αν δεν κάνω λάθος, ο αρης σημαίνει δυστυχία. Εκ του Αρος αν έχεις ακουστά.
Αρα την πούτσισες και μην τον κάνεις θέμα γιατί θα πονέσουμε και οι 2. Καλό παιδί ο αρης κι
οντως δεν το κάνει θέμα, απλώς ρωτάει  τι ρόλο μου εχει αναθέσει  η ζωή. Ακου τώρα ερώτηση.

Πονηρός στο βάθος ο Άρης. Με κόψε για κομάντος με ειδικότητα στο να φέρνω σε πέρας όλα
τα συναισθηματικά Βιετνάμ του κόσμου, και σου λέει, κάτσε να του αναθέσω ρόλο. Αλλά δεν
του κάνω τη χάρη. Άσε ρε Άρη, του λέω, δεν περισσεύει σάλιο από υπομονή, άντε στο καλό
γιατί εμένα που με βλέπεις άμα ταραχτώ πολύ τα κάνω όλα λαμπόγιαλο.Μην κοιτάς που δεν μου
φαίνεται. Έχω τους τρόπους  μου εγώ και σου πετάω το μαχαίρι εκεί που δεν το περιμένεις.

Η ν. μια κοπέλα που γνώρισα εδώ μου λέει πάντως ότι μου παει το Νησί. Μου βγάζει μια
ηρεμία .Να δεις μου λέει πως θα φύγεις ερωτευμένος από δω. Η μπορεί  και να μην φύγεις
Θα φύγω. Δεν είμαι εγώ για αποκλεισμούς. Άλλωστε όπου να ναι τελειώνει η αποστολή μου.
Να το πιστεύω άραγε ; Από την άλλη, όταν έχεις μείνει τόσο καιρό αδρανής, ένα βουνό από

παράπονα σκαρφαλώνουν πάνω σου απειλώντας να σε πνίξουν: που πήγες, που ξεχαστηκες,
πως άφησες να σου ξεφύγουν τόσα χρόνια. Κάνω πως δεν καταλαβαίνω. Περπατάω στα
σκοτεινά σοκάκια του νησιού παριστάνοντας τον τουρίστα φορώντας για πανοπλία τα ακουστικά
αψηφώντας όλες τις μαλακίσμενες σκέψεις. Καλά θα ήταν να ήσουν εδώ. Θα τα ξέρες όλα. Θα
μου λεγες που να προσέξω. Εγώ θα σε έβριζα. Γιατί θα είχες δίκιο. η μπορεί και να μην είχες
και να τα κατασκεύαζα όλα, μόνο και μόνο για να σου δώσω ρόλο ισχυρό. Ένα ρόλο νταντάς

της σκέψης μου, λίγο παραπάνω από το κανονικό. Μόνο και μόνο για να έχω τη χαρά να κλέβω
τζούρες  από τη δική σου σκέψη. κι ας είναι λιγότερο αποτελεσματική από τη δικιά μου.  Τα
βράδια θα κατεβαίναμε στη παραλία και θα μιλάγαμε ως το πρωί. Μια ηλιόλουστη τυρκουάζ
ευτυχία  τότε θα μας τύλιγε και θα ήμασταν ευχαριστημένοι που δεν είπαμε ψέματα  Εκτός απ`
αυτά που θα χα με επινοήσει για να μην πληγωθούμε. Κατά τα άλλα,θα αγαπιόμαστε. Κι ίσως
μ`αυτά και με κάτι άλλα που θα χάμε κατασκευάσει θα μέναμε για πάντα στο Νησί. Σαν ναυαγοί

που ήταν γραφτό να βυθιστούν στην ίδια ξέρα. Σαν να είμαστε ισόβια ερωτευμένοι και ευτυχείς.
Πες μου τώρα ποιός θα μπεί εμπόδιο στο όνειρο να τον διαμερισματοποιήσω. Το ονομα του και
ενα μκρό περίστροφο.Τα υπόλοιπα αφησέ τα πάνω μου.



.


















Τρίτη 1 Απριλίου 2014


Πάντα αγαπούσα τους ανθρώπους που μέσα στην κάθε τους εξάρτηση, έβλεπαν και την
απόρριψη της, αλλά πιο πολύ αγάπησα αυτούς που έλιωσαν μέσα σ`αυτήν, για να μην
παραδεχτούν πως ήταν φταίχτες.

Πέμπτη 27 Μαρτίου 2014

Παλιές εκόνες, ωραίες.

Τις ματαιώσεις τις έπαιρνα πάντα για αναβολές.
Έκοβα τους ελέφαντες μικρές μικρές μπουκιές για να κατέβουν.

Στη ζωή μου χόρτασα από πράγματα που δεν έγιναν·
χιλιόμετρα μακαρόνια με μια τρύπα στη μέση, με μια τρύπα γύρω γύρω.


 από δω


Κανείς δεν μπαίνει πια στις παλιές αναρτήσεις των μπλογκς. Το νιώθω, το αισθάνομαι.
Όλος ο χρόνος καταλώνεται ζιπαριστά, σαν να βιάζεσαι πως θα σου πεθάνει. Από το
ένα σόσιαλ, στο άλλο σόσιαλ, με ενδιάμεση στάση ίσως κάποιο τραγούδι, κάποια
φωτογραφία που σου κάνε εντύπωση, η κάποιο λάικ που σε κολάκεψε. Ο χρόνος
μπορεί να κάνει τη ζημιά του, αλλά ευτυχώς, αφήνει ανέπαφα μερικά λεπτεπίλεπτα
διαμαντάκια να σου μαρκάρουν την δική σου ζωή, υπενθυμίζοντας σου, πως όταν
κλείνεις τα μάτια σου, δεν σημαίνει πως δεν βλέπεις. Από την άλλη ο χρόνος μπορεί,
όταν και συ νιώσεις έτοιμος, να σε κάνει να χορταίνεις με τα λίγα. Αν τα μάτια είναι
η βάση της καρδιάς, τότε νομίζω, δεν υπάρχει  λόγος να γκρινιάζουμε. Ίσως να φύγουμε
και χορτάτοι.

Password.

Δυο καλοκαίρια ολόκληρα, όταν πήγαινα στο χωριό για διακοπές, εκλεβα δίκτυο από το γείτονα.
Στην αρχή  το είχε ανοιχτό, χωρίς κωδικό. Όταν κατάλαβε ότι κάποιος τον έκλεβε, έβαλε password.
Μια μέρα στο καφενείο τον ρώτησα την ημερομηνία γέννησής του, δήθεν ότι ήθελα να μάθω το
ζώδιο του. Γύρισα σπίτι και πληκτρολόγησα τους αριθμούς. Δυο καλοκαίρια έτσι κατέβασα μουσική.
Ως κι ευχετήρια κάρτα σκέφτηκα να του στείλω στα γενέθλία του. Σήμερα 19 Ιουνίου 2009, μόλις
πήρα την  άδειά μου, μπήκα στο λεωφορείο για το χωριό. Φτάνω και βλέπω απέναντι φέρετρο. Γνέφω
στη μάνα μου. "Πήγε άδικα, τόσο νέος". Ανέβηκα στο δωμάτιο μου, άνοιξα το λάπτοπ και πληκτρολόγησα το password: δούλευε ρολόι.


Το κείμενο είναι του Γιάννη Παλαβού, που κέρδισε χθες η προχθές, το βραβείο για το καλύτερο
διήγημα. Δικαίως. Άλλα και να μην είχε βραβευτεί θα τον παρασημοφορούσε η δική μου Ακαδημία.
Όπως και να χει, από έναν άνθρωπο που τον φωνάζουν και επίσημα Παλαβό, δεν έχεις παρά να
περιμένεις τα καλύτερα.