Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2014
Ξέρεις, ενα πράγμα είναι απολύτως αναγκαίο. Δεν πρέπει ποτέ, μα ποτέ, να τελείωνεις
πλήρως κάτι. Οταν κάποια στιγμή κάτι είναι τελειωμένο, ολοκληρωμένο και πλήρες, να
είσαι βέβαιος πως την επομενη στιγμή κάποιος θα σκάσει μύτη στη γωνία και θα
ουρλιάξει: Δεν μου λες, τι κοπροσκυλιάζεις ετσι εσυ; Δεν έχεις τίποτα να κάνεις;
Και να σαι κιόλας να καθαρίζεις καλλιόπες η στα χαρακώματα. Ετσι είναι. Οταν
κάτι τελειώσεις, σε τελειώνουν.
(Μιχαέλ ¨Αουγκουστιν, ετσι, για την ταύτιση)
πλήρως κάτι. Οταν κάποια στιγμή κάτι είναι τελειωμένο, ολοκληρωμένο και πλήρες, να
είσαι βέβαιος πως την επομενη στιγμή κάποιος θα σκάσει μύτη στη γωνία και θα
ουρλιάξει: Δεν μου λες, τι κοπροσκυλιάζεις ετσι εσυ; Δεν έχεις τίποτα να κάνεις;
Και να σαι κιόλας να καθαρίζεις καλλιόπες η στα χαρακώματα. Ετσι είναι. Οταν
κάτι τελειώσεις, σε τελειώνουν.
(Μιχαέλ ¨Αουγκουστιν, ετσι, για την ταύτιση)
Τρίτη 21 Ιανουαρίου 2014
Τετάρτη 15 Ιανουαρίου 2014
Ανθρακικό.
Κι ενώ η πόλη είχε αρχίσει να ξεστολίζει τα λαμπάκια της απο ολες τις γιορτινές φιέστες εκείνος καθόταν στο μισοπαγωμένο σπίτι του κι έψαχνε για κόκα κόλες στο άδειο του ψυγείο.
Δεν τον πείραζε που ήταν άδειο, έτσι κι αλλιώς δεν τον ενδιέφερε και πολύ το φαγητό,
όσο το ότι δεν είχε αυτές τις ρημαδό κόκα-κόλες για να συνοδέψει το τσιγάρο του.Από
πάνω ακουγόταν φωνές, αλλαλαγμοί, κάτι γιόρταζαν, και του κάνε εντύπωση, γιατί ήταν
άνθρωποι λίγο σκυθρωποί, λίγο μετέωροι, με το ζόρι σου λέγαν καλησπέρα. Έτσι που
τους άκουγε να γελάνε του ερχόταν να ανέβει πάνω και να σπρώξει με το έτσι θέλω
την πόρτα τους, και να γυρέψει με τσαμπουκά ανθρακικό. Μπα, αποκλείεται, σκέφτηκε.
Ο καλύτερος τρόπος για να σβήσεις τη δίψα σου και τη θλίψη σου είναι να την περπατήσεις.
Κι έτσι έκανε. Φόρεσε το παλτό του και τράβηξε το δρόμο του προς αναζήτηση περιπτέρου.
Αλλά ήταν αργά, κι έκανε κι ένα κωλόκρυο, ποιος ξέρει τι θα σκέφτονταν για αυτόν οι
άδειοι δρόμοι. Αλλά το θέμα ήταν η κόκα -κόλα, που δεν άργησε να βρεθεί μπροστά του.
Γιατί ήξερε: όλο και κάποιος θα διανυκτέρευε για ανθρώπους της περίπτωσης του. Η κυριούλα
του περιπτέρου τον κοίταζε καλά-καλά, όχι απαραιτήτως άσχημα, αλλά ούτε κι απαραίτητα
καλά. Ήταν κάτι στο ενδιάμεσο, ανάμεσα σε μια γλύκα, κι ενός κρυφού παραπόνου. Μήπως
γνωριζόμαστε? σκέφτηκε να της πει, πείτε μου, μπορεί να σας έχω πειράξει και να μην το
ξέρω, για σκεφτείτε το λιγάκι, είναι ωραία βραδιά για να σπάσουμε τη σιωπή μας, ελάτε,
αφεθείτε ελεύθερη, ίσως να μην μας δοθεί ξανά άλλη δυνατότητα να κοιταχτούμε, ελάτε που
σας λέω, μην κάνετε ότι δεν καταλαβαίνετε. Αλλά τίποτα. Η κυριούλα τον κοίταζε αγαλματωμένη,
χωρίς να αρθρώσει ούτε μια κουβέντα, έστω και για τα τυπικά Και εκείνος, για να λέμε και
καμιά αλήθεια, δεν το προσπάθησε και πολύ, κι έτσι πλήρωσε τη κόκα- κόλα του κι απομακρύνθηκε
αθόρυβα. Την κρατούσε στα χέρια του, έτσι παγωμένη που ήταν κι αναρωτιόταν αν έπρεπε
να την ανοίξει τώρα, ετούτη δα τη στιγμή, η να την γλεντήσει με το τσιγαράκι του στο σπίτι.
Αλλά τον έπιασε μια δίψα, κάτι σαν σκοτοδίνη δίψας και την άφησε να λιποθυμήσει έτσι
παγωμένη που ήταν, όλη μέσα του. Τόσο πολύ δίψαγαν τα σωθικά του για ανθρακικό. Κι
αφού την στράγγιξε, κάθισε σχεδόν σαν χαζός μπροστά σε μια βιτρίνα και κοιτούσε τα
ρούχα της. Είχαν ήδη αρχίσει οι εκπτώσεις, αλλά ποιος χέστηκε γι αυτές. Του έκανε εντύπωση
τα χρώματα. Για χειμώνας παρα ήταν χτυπητά, μπλουζάκια, κόκκινα, κίτρινα, μενεξεδί, έκαναν
παρέλαση μπροστά στα γέματα από φυσαλίδες μάτια του, κι αισθάνθηκε ξαφνικά, σαν μεθυσμένος
δερβίσης που δεν μπορεί να σκοτώσει ούτε ένα από αυτά τα χρώματα, έτσι για να χει να το λέει.
Και θα μένε εκεί εσαει, φυσαλιδωτά δεμένος, στον αιώνα τον άπαντα, μπροστά σ`αυτό τον
παροξυσμό της πολυχρωμίας, αν δεν άκουγε κάποιες φωνές η κάποια κλάματα, δεν ήταν σίγουρος
τι από όλα ήταν, που τον τράβηξαν σχεδόν με βια από την βιτρίνα, και τον ανάγκασαν να στραφεί
στο σκοτάδι για να δει αυτές τις φωνές. Αλλά μπορεί και να μην τις έβλεπε. Τι σημασία όμως είχε.
Άκουγε τις φωνές τους. Εκείνη φαίνεται πως ήταν φορτωμένη παράπονα. Με γράφεις, του είπε
Όλο το βράδυ ήταν σαν να κοιτάζω έναν απόντα. Εκείνος μάλλον πρέπει να θύμωσε και της είπε
αυστηρά. Όλος ο κόσμος μας γράφει ρε συ Μαριάννα, ακόμα κι ο χρόνος τι νομίζεις ότι κάνει?
Μας γράφει κανονικά στα αρχίδια του. και τότε άκουσε ένα εκκωφαντικό πλάφ μέσα στο σκοτάδι
και χαμογέλασε από μέσα του, γιατί φαντάστηκε ότι θα την πότιζε με το ζόρι μπύρα για να πάψει
να μιλάει, όχι σαν κι αυτόν που έπινε μέσα στο καταχείμωνο κοκακολίτσα. Που ακούστηκε.
Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2013
Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2013
Για τη τιμή ενός Τάλγκο.
Ωραίος αυτός ο κήπος που βλέπω. Αν ήμασταν τώρα μαζί σίγουρα θα τον χαζεύαμε.Τα κυπαρίσσια
απέναντί μας χαιρετάνε. Ωραία τα κυπαρίσσια. Λεβέντικα. Παρηγορητικά. Ούτε πονάνε,ούτε λαλανε
Για αυτό τα φυτεύουν στα νεκροταφεία: για να διδάσκουν αξιοπρέπεια στις οικογένειες. Καμιά μέρα
αν έχεις όρεξη θα σε πάω βόλτα. Ο Κάφκα έλεγε πως το πράγμα που κάνει όταν επσκέφτεται για
πρώτη φορά μια πόλη, είναι να πάει να δει το νεκροταφείο της και το τσίρκο της. Δεν νομίζω να
φοβάσαι. Οι περισσότεροι άνθρωποι αποφεύγουν να επισκεφτούν ένα τόσο ειρηνικό μέρος. Οι
πόλεμοι κανονικά εκεί θα πρεπε να διαλέγονται για να γίνουν. Η ήττα αποκτάει άλλο νόημα όταν
πατάς το μαλακό τους έδαφος. Εγώ όταν δεν είμαι καλά εκεί πηγαίνω. Αν με πλήρωναν κιόλας
στο να πηγαίνω να ανάβω τα καντήλια, θα το κάνα πολύ ευχαρίστως.. Ήξερα μια γυναίκα που
έκανε αυτή τη δουλειά για πάρα πολλά χρόνια. Πήγαινε κατά τις 3, άναβε καμιά εκατοστή καντήλια
κι έφευγε κατά τις 6. Ξεκούραστη δουλειά, δεν έχεις κανένα πάνω απ`το κεφάλι σου, και τα λεφτά
πάντα κάθε μήνα. Πληρώνουν οι οικογένειες που βαριούνται να πάνε να ανάψουν το καντηλάκι του
μακαρίτη. Εδώ που τα λέμε, τι να πάνε να κάνουν. Πόσο να κλάψεις σ`αυτή τη ζωή. Κάποια στιγμή
στεγνώνουν και τα κλάματα, και λες, δεν θέλω άλλο μωραδελφάκι μου, αφήστε με στην ησυχία μου.
Θέλω να ξεχάσω. Και ξεχνάς, κάποια στιγμή ξεχνάς, όχι τελείως, μην λέμε κι ότι θέλουμε. Πάντα
ένα μικρό υπόλοιπο στη φυλάει, και την πιο ακατάλληλη στιγμή, σου τραβάει το χεράκι και σου λέει:
Ει μάστορα, για κελ μπουρντάν, για ελα εδώ να λογαριαστούμε. Και συ πηγαίνεις σαν τον αφελή, σαν
τον τελευταίο βλάκα, πιστεύοντας πως αυτός που σε καλεί θέλει να σε κεράσει παγωτό. Εγώ πάντως
όταν με κάλεσαν δεν πήγα. Τι να πήγαινα να μάθω που δεν το ξέρω. Την τρίτη δηλαδή δεν πήγα. Τις
άλλες δυο πού πήγα το κάνα μόνο και μόνο για να βελτιώσω την πτυχιακή μου. Να, βάλε με τώρα
να γράψω πρόχειρο διαγώνισμα για την Απώλεια και να δεις πως θα μείνουν άλαλα τα χείλη των
καθηχηταράδων. Τι να μας πουν κι αυτοί. Ανθρωπάκια σου λέω. Το τι μίσος που τους έχω. Εκείνος
ο μαθηματικός. Ακόμη τον βλέπω στον ύπνο μου πως με βασανίζει. Ευτυχώς όμως πέθανε, και η
ανθρωπότητα το γιόρτασε κατά πως του άξιζε: ένα κάθαρμα λιγότερο, είπαν όλοι οι άνθρωποι που
βασάνιζε, και για να γιορτάσουν αυτό το χαρμόσυνο γεγονός, αγόρασαν ρεφενέ γουρουνοπούλα
και σαμπάνιες και έκαναν τσιμπούσι πάνω από το φρεσκοσκαμμενο τάφο του. Σου μιλάω για τρελό
γλέντι. Μιλάμε για τον απόλυτο διονυσιασμό. Εγώ δυστυχώς δεν παρεβρέθει και είναι κάτι που
το φέρνει βαρέως η συνείδηση μου. Πήγα όμως στο μνημόσυνο, ξέρεις στα σάραντα, εκεί που
οι ψυχούλες είναι έτοιμες να αναληφθούν, απαλλαγμένες από όλα όσα σκατά κάναν στη Βασιλεία
τους επί της γης, έτοιμες να ενωθούν με το Αιώνιο Φως, και την Αιώνια κατάρα μας. Γιατί όπως
λέει η φίλη μου η Σ. κανείς νεκρός δεν δικαιώνεται αν έχει υπάρξει στη ζωή του, έστω και για
ένα τέταρτο της ώρας κάθαρμα. Έχουν πλάκα οι άνθρωποι στα μνημόσυνα. Κλαίνε πιο πολύ
ακόμα και από τη μέρα που φυτέψανε τον μακαρίτη. ίσως για να σιγουρευτούν και να κλειδώσουν
μέσα τους το βαρύ τους πένθος. Έτσι έκλαψα και γω εκείνη την αποφράδα μέρα του καθηγητή.
Οι λυγμοί μου ήταν πέρα για πέρα αληθινοί. Ήταν λυγμοί χαράς και λύτρωσης. Επιτέλους, σκεφτόμουν, το θαύμα συντελέστηκε, μπορεί η ανθρωπότητα να προχωρήσει μπροστά με ένα
κάθαρμα λιγότερο. Αφού από την πολύ μου ζέση και με τα φρέσκα κλάματα μου να τρέχουνε
ζεστά στα μαγουλά μου, πήγα και ασπάστηκα την κόρη του, μια εξίσου σιχαμένη και λυμφατικιά,
και της είπα τρυφερά στ`αυτί: να ζήσεις και να μην το θυμάσαι τον πατέρα σου.Δεν του αξίζει.
Κι αν θες να μην έχεις την δική του μοίρα, φρόντισε όσο γίνεται πιο γρήγορα να μας απαλλάξεις
και συ από την δική σου ύπαρξη, γιατί η καθαρματίλα είναι μεταδοτική, κι αλλά τέτοια όμορφα
είπε το πικρόχολο στόμα μου, και συ πού με ξέρεις και με πιστεύεις, με νιώθεις πως δεν θα
λέγα ποτέ κάτι λιγότερο αν δεν ήμουν σίγουρος πως θα μπορέσω να πληγώσω τον άλλον. Και
ποιους πληγώνουμε στην τελική? Μόνο όσους αγαπάμε πραγματικά, και όσους μας βλάψανε ηθελημένα. Καιροφυλαχτούμε εμείς οι πικρόχολοι. Γιατί αλίμονο αν μου πεθάνουν όσοι με
βλάψαν χωρίς να έχουμε προλάβει να εξηγηθούμε: εκεί έχει μεγάλη στεναχώρια και Αιώνια
κατάρα. Σαν το καθηγητή, κακή του ώρα. Κάτι τέτοια έλεγα και στην φρεσκοθαmμένη φιλενάδα
μου την Ε. Πήγα πάνω από τον τάφο της και την έβριζα: ηλίθια, της είπα. Είσαι εντελώς ηλίθια.
Καημένη φιλενάδα. Πέρασες όλη τη ζωή σου κάνοντας τον ξεναγό στις ζωές των άλλων, και
τι κατάλαβες? Να σε θυμούνται ως μια φουκαριάρα. Σαν μία που δεν έζησε. Σαν μία πού ήθελε
αλλά δεν μπορούσε. Σαν μία που επιθυμούσε αλλά φοβόταν. Τώρα φάε χώμα και χόρτασε.Κι
άλλα της είπα πιο πρόστυχα και πιο πουτανιάρικα για να την κάνω να γελάσει, κι άναψα 2 τσιγα
ρακια και καπνίσαμε και στ`αρχίδια μας όλα. Για πάρτυ μας ρε. Μαλάκω, ε μαλάκω, κι αφού
ξεθύμαινα με όσα είχα να πώ, έφυγα. Και λέω να μήν ξαναπάω. Τι να κάνω? Οι νεκροί είναι
πιο άχρηστοι κι από τα σκατά, το λέγε ο Ηράκλειτος, εγώ είμαι μαλάκας να τον αμφισβητήσω?
Γιά αυτό σού λέω: κάνε ότι σου κατεβαίνει μάναμου.Και μήν ακούς κανένα, ούτε εμένα. Μέσα
του ο άνθρωπος έχει αυτό το βαθύ ένστικτο που σαν κουδούνι τού λέει: κάντο. Για αυτό πεθαίνουν
οι άνθρωποι. Επειδή δεν ακούν αυτό το ένστικτο. Πού δεν το ομολογούν. Τα χριστούγεννα θέλω
να πιστεύω πως θα ρθω να σε βρώ. Θα ρθω σαν το τραγούδι του Ακη Πάνου: θέλω να τα πω, σαν
να παραλληρώ, χωρίς να με ρωτήσεις. Εσύ φρόντισε ως τότε τα δύο Μ και το ακριβό σου Α, κι
αν οι θεοί μας αγαπάν, θα ανταμώσουμε. Γιά τη χαρά και τι τιμή ενός Τάλγκο, αμ τι άλλο.
Τρίτη 5 Νοεμβρίου 2013
Οι εποχές μου.
Οταν κλεβεις το φως απ`το μάτι της ζωής και το ακουμπας στο μαγουλό σου ανθίζεις λένε στ`αλήθεια.
Υπέφερε απο ελλειψη ενζυμου κατάλυσης χρόνου.Ηταν μόλις 43 και ηθελε τα χρόνια του να τα κάνει χαρτοπόλεμο.
Για ενα πείσμα στον κόσμο μπορεί να γίνεις τόσο ανεξερευνητος, oσο και μια μαλακή τρούφα που καταπινεις πριν κοιμηθείς.
Οχι , πρέπει να συναντηθούμε. Στη γνωστή γεωγραφία του- κατσε καλά μην ερθω να σε δείρω.
Τα μεγαλυτερα σε θεαματικοτητα αρτιμελή "θελω" μια μερα θα τα δεις να προαυλιζονται στο καμαρινι του μυαλου σου και τότε θα γινει μεγαλος πανικος.
Εγω γνώρισα κανονικούς αγγελους χωρις φτερά,με
γιορτινά κοστούμια επαρχίας που χόρευαν στο 3 χιλιόμετρο της εθνικής
δολοφονώντας εφιάλτες.
-Πωλούσε ξυραφάκια σε τιμές προσιτές , χρησιμοποιημένα μια μόνο φορά ,για λογικούς αυτόχειρες. Τον λέγανε θάλασσα.
Στον άστρωτο δρόμο του γελοίου θα φτιάξω ενα σπίτι με
μαριονέτες με μικρούς νάνους παριστάνωντας τα ανθρωπάκια ξηλώνοντας
ολότελα το φως.
Να ανησυχώ ετσι που τρέχεις μες το ποδηλατοδρόμιο του
μυαλού μου.Να φοβάμαι μηπως γλυστρίσεις και σε βρει καμια αδέσποτη
ακτίνα στη καρδιά.
καρδια
καρδ
καρ
κ
-Ενας ανθρωπος πέφτει πάνω απο τις ράγες,και στην αποβάθρα ενα πανό ανεμίζει που γράφει: Ζήσε Ανέμελα.
α
ν
ε
β
α
Πέμπτη 18 Ιουλίου 2013
Δευτέρα 15 Ιουλίου 2013
Σάββατο 13 Ιουλίου 2013
Πέμπτη 27 Ιουνίου 2013
Moi aussi
Ζω στην γειτονιά του μεγάλου φόβου. Στην γειτονιά των άδειων δρόμων. Ούτε απαγόρευση
κυκλοφορίας να είχαμε. Μετά τις 10 το βράδυ σαν να απλώνεται ένας βαρύς ίσκιος στην πάλαι
ποτέ -συμπαθητική γειτονιά μου. Στους γεννημένους πεζικαριους σαν και του λόγου μου βέβαια
δεν γίνεται λόγος εγκλεισμού. Η περιέργεια μου άλλωστε υπερισχύει κατά πολύ του φόβου μου.
Όχι πως δεν την πλήρωσα . Tην πλήρωσα και γω με τον δικό μου τρόπο πέρσι.
. Λιγότερο βέβαια αναίμακτα από την τύχη του πατέρα ,αλλά την πλήρωσα. Τα διόδια
αλλωστε για αυτό υπάρχουν: για να εξαργυρωνουμε τις ποινές μας. Θα μου πεις ,τι φταίξαμε. Δεν φταίξαμε. Τα χρεωνουμε ολα στην τύχη μας. Η στην ατυχία μας . Η στο μοιραίο της στιγμής."Ενα βήμα και είσαι αλλού " λέει ενας ηρωας του Αγγελοπουλου. Ενα βήμα ,κι είσαι εξω απο το γκαράζ του σπιτιού σου για να πάρεις το αυτοκινητό σου. Κρατάς την κάμερα. Το γνωστό φερετρό σου.
Δεν μπορώ πραγματικά να φανταστώ τι θα σκεφτόταν αυτός , ο άτυχος άνδρας καθώς τον μαχαίρωναν.
Η μάλλον μπορώ. Τέτοιος καιρός ήταν που έπεσα και γω θύμα οργισμένης επίθεσης.
Σαν και τώρα το θυμάμαι.Κοντά στο δρόμο που έγινε ο φόνος του άνδρα.Εκεί περπατούσα
και γω. Βαθιά μεσάνυχτα. Μου πήρε τελικά την τσάντα. Δεν με σκότωσε. Του την έδωσα
αν και δώσαμε μια μάχη γενναίας κλωτσοπατιναδας. Νομίζω τον είπα μαλάκα. Εκείνος
δεν είπε τίποτα. Κροτάλιζε μόνο τα δόντια του από μίσος. Αυτό μου έχει εντυπωθεί βαθιά
μέσα μου: τα δόντια του . Και η λύσσα του να πάρει οπωσδήποτε την τσάντα. Όταν κόπηκε
τελικά κι άρχισε να τρέχει σαν καγκουρό ,εγώ αντί να σηκωθώ , παρέμεινα εκεί ξέπνοος
και τον παρατηρούσα να χάνεται στο σκοτάδι. Κάλπαζε κυριολεκτικά.
Από κείνο το βράδυ θαρρώ άλλαξε η ζωή μου. Μεταμορφώθηκα . Άλλαξα. Δεν ξέρω σε τι,
άλλα άλλαξα. Θυμάμαι εκείνη την στιγμή που ήρθε από πίσω μου Και με έσπρωξε βίαια.
Σκέφτηκα πως αυτό ήταν :πεθαίνω. Άλλα δεν φοβήθηκα για μένα. Φοβήθηκα πως δεν θα
ξαναδώ τον άνθρωπο που αγαπάω . Την εικόνα του θυμάμαι έντονα καθώς σωριαζομουν με δύναμη πάνω στο κράσπεδο. Την έκφραση στο πρόσωπο του.
Το γέλιο του.Τα ωραία κλαματά του.
Την απορία του. Το σάστισμα του.Τον ενδεχόμενο πόνο του. Όλα αυτά σε κλάσμα δευτερόλεπτου.
Α ναι: και η δική μου η απορία κάπου στο πλάι:γιατί να τελειώσουν όλα τόσο νωρίς.
Νομίζω κι ο άτυχος άντρας κάτι τέτοιο κι αυτός θα σκεφτόταν : Γιατί γαμώ την πίστη μου
να τελειώσουν όλα τόσο νωρίς?
Αλλά η ζωή είναι πιο σκληρή από μας (κι ας πιστεύουμε εμείς το αντίθετο) Ίσως αυτό όμως να πίστευε αυτόςο άνδρας. Ήταν λέει πολύ πλούσιος . Από καλή οικογένεια.Όλη του την ζωή
την πέρασε φορώντας μια μάσκα. Δεν έχουν σημασία όμως οι λεπτομέρειες.Ήταν πολύ νέος.
Στην ηλικία μου. Πέρασε τη τελευταία μέρα της ζωής του σαν μυθιστόρημα. Κλείστηκε
σε ένα δωματίου πολυτελούς ξενοδοχείου και εκεί άρχισε να ξετυλίγει τις σελίδες της
ζωής του. Νομίζω τις ερωτικές του . Ναι ο έρωτας. Τι θα ήταν ο έρωτας αν δεν μπορούσε
να ξεκάνει έναν άνθρωπο. Τον φέρνω στο μυαλό μου :πίνει το τελευταίο ποτήρι κρασί.
Την τελευταία του γουλιά. Τραβάει λίγο την κουρτίνα . Η Αθήνα είναι φωταγωγημένη.
Χαμογελάει πικρά: δεν θα τον ξαναδώ σκέφτεται. Το χει πάρει απόφαση. Απομακρύνεται
από την κουρτίνα και πηγαίνει και κάθεται στο κρεββάτι του κι αρχίζει να γράφει τα 2 γνωστά
αποχαιρετιστήρια σημειώματα. Άλλα υπάρχει κι ένα τρίτο που άφησε στην σελίδα του στο Facebook:
Στον Θ. για μια αιωνιότητα . Κι από κάτω ακριβώς από τον αποχαιρετισμό αυτό το τραγούδι.
Να μην αρχίζεις να ξεφτάς. Α ρε καριόλη θάνατε. Δεν χορταίνεις με τίποτα πια.
Τετάρτη 17 Απριλίου 2013
Silence
Γεια σου Τάνια. Χρόνια σε περίμενα να ξαποστάσεις σε τούτο δω το μπλογκ.
Πες μου τι να κεράσω για να γιορτάσουμε αυτό το ευτυχές γεγονός. Άσε με
να μαντέψω:μπερμπον . Μια αρτίστα του είδους σου μόνο μπέρμπον αξίζει
να πίνει. Ας πιούμε λοιπόν. Στην υγειά του κόσμου που χόρτασε γκρεμό.
Το δικό μας κόσμο. μικρός ξέρεις πίστευα μια θεωρία που μ`ακολουθεί
ως τώρα:δεν ήθελα να αλλάξω τον κόσμο.Ήθελα ο κόσμος να μην μπορεί
να αλλάξει εμένα. Τελικά όμως περνώντας τις πύλες της ενηλικίωσης
καταλαβαίνεις και πως ο κόσμος άλλαξε, και σένα πια δεν μπορείς
να σε αναγνωρίσεις. Το παραδέχτηκες και συ πρόσφατα σε μια
συνέντευξη σου.Στα 60 σου χρόνια έπαψες πια να συναρμολογείς
θριάμβους. Τώρα πια στο Πήλιο φτιάχνεις καφέδες, και καπνίζεις
με τα δέντρα. Ωραίοι οι άνθρωποι, αλλά σε απελπίζουν. Λίγο να
ξανοιχτείς, μαζί τους και τα μαχαίρια σου προσγειώνονται ιπτάμενα.
Αλλά έτσι πάει η ιστορία:πρώτα οι αγκαλιές και μετά τα μαχαίρια.
Τα κορμιά και τα μαχαίρια δεν αλλάζουν χέρια, πάρα μόνο πρόσωπο.
....................................................................................................
Πρώτη φορά που σε είδα να τραγουδάς ήταν εκεί γύρω στο 1996.
Μουσικό κουτί κι ατέλειωτα μπουκάλια ξεχασμένης συγκίνησης.
Σε θυμάμαι σαν και τώρα να χτυπάς το πάτωμα και να λες με
θυμό "καρφί δεν καίγεται.". Βλέπεις το σπασμένο καθρεφτάκι
δεν βγαίνει στο δρόμο σαν γυφτάκι, αλλά κλείνεται μέσα του
ως που να κλείσει και η τελευταία ραφή απ1τις πληγές του.
Για να μην το δουν οι περαστικοί και ξεγελαστούν.Για να
μην πουν πως "την πάτησε κι αυτός σαν όλους τους άλλους"
Τι ξέρουν όμως οι άλλοι για μας? Φαντάζομαι όσα ξέρει
και ο λύκος που ουρλιάζει με τεντωμένο τον λαιμό προς
στο φεγγάρι. Ήρθα στα καμαρίνια και σου μίλησα εκείνο
το βράδυ. Δεν θέλω αυτόγραφα γόησσα, σου ψιθύρισα.
Ενα φιλί είναι αρκετό για να με ψηλώσει.Μου το δώσες
κι έφυγα με το Ακριβό Δώρο καλά φυλαγμένο. Λίγους
μήνες αργότερα διάβασα σε μια συνέντευξη σου "πως
είχες τελειώσει οριστικά με τα κέντρα, δηλαδή, εδώ
και χρόνια"Ένα βράδυ εκεί που τραγούδαγες κάποιος
σου πέταξε ένα πιάτο μπροστά στα πόδια σου.Σταμάτησες
το πρόγραμμα κι απέτησες να σηκωθεί ο άνθρωπος που το
πέταξε να ρθει να το μαζέψει. Ένα πιάτο. Ένα ηλίθιο
πιάτο μπουζουκιού παράταιρο μπροστά στα έκπληκτα σου μάτια. .
Φαντάζομαι την σαστιμάρα σου.
Αλλά και την οργή σου ενδεχομένως. Έσυ δεν τραγούδαγες
ποτέ σου στα σκυλάδικα. Δεν θα μπορούσες άλλωστε. Εσυ
είχες μεταφράσει το φρικιό σε φρίκη πριν ακόμα βγει σε
επίσημη κυκλοφορία. Γκονταρικιά στο βάθος, κι απόλυτη
ήσουνα χαρά μου.Όλα η τίποτα και μια ζαριά στο πουθενά.
"Στεκόμουν στο φανάρι, πάνε 3-4 χρόνια, κι αισθανόμουν δυνατή
κι ωραία, κι έβλεπα τα μηχανάκια με τα ωραία αγόρια να έρχονται
από τον δρόμο, κι έλεγα από μέσα μου, για μένα έρχονται, σε μένα
χαμογελάνε, αλλά ακριβώς δίπλα μου στεκόταν μια κουκλίτσα, και τότε
σκέφτηκα:ντάξει τάνια, δεν είσαι πια νέα, παραχώρησε την θέση σου
στους νεότερους, άλλωστε μην κάνεις τη χαζή, την κουκλίτσα κοιτάνε"
Κι έτσι από πολύ νωρίς εγκατελειψες το άθλημα. "Πόσο να πλαντάξει
κανείς?"αναρωτιέσαι κι όχι αδικά. Μόνο ο ερωτευμένος και το παιδί
έχουν πλαν ταγμένες καρδιές. Το θέμα είναι να σπάσεις αλλά να μην
λυγίσεις. Αλλά κακά τα ψέματα, και σπάμε και λυγίζουμε, και μετά
αντέ βρες το κουράγιο να περπατήσεις στις πορείες."Αυτό που περιμένω
είναι μια επανάσταση" Δεν έγινε, δεν μπορέσαμε, κι ίσως να είναι πια
αργά. Τώρα πια δεν θες να ξανατραγουδησεις.Σε θυμάμαι κλαμένη
από τα χημικά σε όλες τις πορείες μοιράζοντας νερά, εκλιπαρωντας
να πάρουμε τηλέφωνο όσους γνωρίζουμε να κατέβουν γιατί είμαστε
λίγοι. Έτσι έλεγες:είμαστε λίγοι. Πολύ λίγοι τάνια μου. Οι πολλοί.
Έκτοτε εγκατέλειψες. Απογοητεύτηκες και με το δίκιο σου.
Τώρα δεν θες να ξανατραγούδησεις, "γιατί αν τραγουδήσω
αυτή την στιγμή θα εκτοξεύσω δηλητήρια, και το τραγούδι
είναι χαρά, άγρια χαρά και γω μονο χαρά δεν νιώθω" Σαν τη
Φειρούζ και συ. Που είπε πως θα ξανατραγουδησει μόνο
οταν ο Λίβανος γίνει ξανά η χώρα που λάτρευε. Δεν εχει
τραγούδι πιά. Αλλο τραγούδι δεν θα πει η Κυρία, δεν θέλει
πως το λένε. Κλείστε τις κουρτίνες
Η κυρία αγαπάει τα μαύρα μπλούζ και θέλει να καπνίζει τις
νύχτες ανενόχλητη μέχρι να πάθουν τα αστέρια φαρυγγίτιδα.
Πες μου τι να κεράσω για να γιορτάσουμε αυτό το ευτυχές γεγονός. Άσε με
να μαντέψω:μπερμπον . Μια αρτίστα του είδους σου μόνο μπέρμπον αξίζει
να πίνει. Ας πιούμε λοιπόν. Στην υγειά του κόσμου που χόρτασε γκρεμό.
Το δικό μας κόσμο. μικρός ξέρεις πίστευα μια θεωρία που μ`ακολουθεί
ως τώρα:δεν ήθελα να αλλάξω τον κόσμο.Ήθελα ο κόσμος να μην μπορεί
να αλλάξει εμένα. Τελικά όμως περνώντας τις πύλες της ενηλικίωσης
καταλαβαίνεις και πως ο κόσμος άλλαξε, και σένα πια δεν μπορείς
να σε αναγνωρίσεις. Το παραδέχτηκες και συ πρόσφατα σε μια
συνέντευξη σου.Στα 60 σου χρόνια έπαψες πια να συναρμολογείς
θριάμβους. Τώρα πια στο Πήλιο φτιάχνεις καφέδες, και καπνίζεις
με τα δέντρα. Ωραίοι οι άνθρωποι, αλλά σε απελπίζουν. Λίγο να
ξανοιχτείς, μαζί τους και τα μαχαίρια σου προσγειώνονται ιπτάμενα.
Αλλά έτσι πάει η ιστορία:πρώτα οι αγκαλιές και μετά τα μαχαίρια.
Τα κορμιά και τα μαχαίρια δεν αλλάζουν χέρια, πάρα μόνο πρόσωπο.
....................................................................................................
Πρώτη φορά που σε είδα να τραγουδάς ήταν εκεί γύρω στο 1996.
Μουσικό κουτί κι ατέλειωτα μπουκάλια ξεχασμένης συγκίνησης.
Σε θυμάμαι σαν και τώρα να χτυπάς το πάτωμα και να λες με
θυμό "καρφί δεν καίγεται.". Βλέπεις το σπασμένο καθρεφτάκι
δεν βγαίνει στο δρόμο σαν γυφτάκι, αλλά κλείνεται μέσα του
ως που να κλείσει και η τελευταία ραφή απ1τις πληγές του.
Για να μην το δουν οι περαστικοί και ξεγελαστούν.Για να
μην πουν πως "την πάτησε κι αυτός σαν όλους τους άλλους"
Τι ξέρουν όμως οι άλλοι για μας? Φαντάζομαι όσα ξέρει
και ο λύκος που ουρλιάζει με τεντωμένο τον λαιμό προς
στο φεγγάρι. Ήρθα στα καμαρίνια και σου μίλησα εκείνο
το βράδυ. Δεν θέλω αυτόγραφα γόησσα, σου ψιθύρισα.
Ενα φιλί είναι αρκετό για να με ψηλώσει.Μου το δώσες
κι έφυγα με το Ακριβό Δώρο καλά φυλαγμένο. Λίγους
μήνες αργότερα διάβασα σε μια συνέντευξη σου "πως
είχες τελειώσει οριστικά με τα κέντρα, δηλαδή, εδώ
και χρόνια"Ένα βράδυ εκεί που τραγούδαγες κάποιος
σου πέταξε ένα πιάτο μπροστά στα πόδια σου.Σταμάτησες
το πρόγραμμα κι απέτησες να σηκωθεί ο άνθρωπος που το
πέταξε να ρθει να το μαζέψει. Ένα πιάτο. Ένα ηλίθιο
πιάτο μπουζουκιού παράταιρο μπροστά στα έκπληκτα σου μάτια. .
Φαντάζομαι την σαστιμάρα σου.
Αλλά και την οργή σου ενδεχομένως. Έσυ δεν τραγούδαγες
ποτέ σου στα σκυλάδικα. Δεν θα μπορούσες άλλωστε. Εσυ
είχες μεταφράσει το φρικιό σε φρίκη πριν ακόμα βγει σε
επίσημη κυκλοφορία. Γκονταρικιά στο βάθος, κι απόλυτη
ήσουνα χαρά μου.Όλα η τίποτα και μια ζαριά στο πουθενά.
"Στεκόμουν στο φανάρι, πάνε 3-4 χρόνια, κι αισθανόμουν δυνατή
κι ωραία, κι έβλεπα τα μηχανάκια με τα ωραία αγόρια να έρχονται
από τον δρόμο, κι έλεγα από μέσα μου, για μένα έρχονται, σε μένα
χαμογελάνε, αλλά ακριβώς δίπλα μου στεκόταν μια κουκλίτσα, και τότε
σκέφτηκα:ντάξει τάνια, δεν είσαι πια νέα, παραχώρησε την θέση σου
στους νεότερους, άλλωστε μην κάνεις τη χαζή, την κουκλίτσα κοιτάνε"
Κι έτσι από πολύ νωρίς εγκατελειψες το άθλημα. "Πόσο να πλαντάξει
κανείς?"αναρωτιέσαι κι όχι αδικά. Μόνο ο ερωτευμένος και το παιδί
έχουν πλαν ταγμένες καρδιές. Το θέμα είναι να σπάσεις αλλά να μην
λυγίσεις. Αλλά κακά τα ψέματα, και σπάμε και λυγίζουμε, και μετά
αντέ βρες το κουράγιο να περπατήσεις στις πορείες."Αυτό που περιμένω
είναι μια επανάσταση" Δεν έγινε, δεν μπορέσαμε, κι ίσως να είναι πια
αργά. Τώρα πια δεν θες να ξανατραγουδησεις.Σε θυμάμαι κλαμένη
από τα χημικά σε όλες τις πορείες μοιράζοντας νερά, εκλιπαρωντας
να πάρουμε τηλέφωνο όσους γνωρίζουμε να κατέβουν γιατί είμαστε
λίγοι. Έτσι έλεγες:είμαστε λίγοι. Πολύ λίγοι τάνια μου. Οι πολλοί.
Έκτοτε εγκατέλειψες. Απογοητεύτηκες και με το δίκιο σου.
Τώρα δεν θες να ξανατραγούδησεις, "γιατί αν τραγουδήσω
αυτή την στιγμή θα εκτοξεύσω δηλητήρια, και το τραγούδι
είναι χαρά, άγρια χαρά και γω μονο χαρά δεν νιώθω" Σαν τη
Φειρούζ και συ. Που είπε πως θα ξανατραγουδησει μόνο
οταν ο Λίβανος γίνει ξανά η χώρα που λάτρευε. Δεν εχει
τραγούδι πιά. Αλλο τραγούδι δεν θα πει η Κυρία, δεν θέλει
πως το λένε. Κλείστε τις κουρτίνες
Η κυρία αγαπάει τα μαύρα μπλούζ και θέλει να καπνίζει τις
νύχτες ανενόχλητη μέχρι να πάθουν τα αστέρια φαρυγγίτιδα.
Τρίτη 12 Μαρτίου 2013
Το κούρεμα.
Η Σοφία βέβαια η ιδιοκτήτρια του δεν είναι, και πως θα μπορούσε να είναι. Παλιά
την φώναζα Ελπίδα, γιατί μου θύμιζε την τραγουδίστρια. Τώρα μου θυμίζει έναν
πίνακα, έναν ωραίο πίνακα, που όμως μοιάζει σαν να του πετάξαν πάνω του, αυγά, μελάνια,
ντοματοχυμούς και κει να τον ξεχάσαν. Αν ήταν έργο τέχνης ίσως και να τον θαύμαζες
για την αφαιρετικότητα του. Εντάξει, γερνάμε. Αν ζούσε η μάνα μου ίσως και να έμοιαζε
στη Σοφία μας. Θα ήταν ας πούμε γύρω στα 73. Τόσο είναι και η Σοφία? Τόσο.
Γερνάμε και μαζί με μας και τα μαλλιά μας. Παλιά ήμουν κατάξανθος, τώρα
στο πλάι αχνοφεγγουν μικρές άσπρες τρίχες. Για αυτό μου μιλάει στον πληθυντικό
η κόρη της μανάβισσας. Με σέβεται. Γιατί μου μιλάς έτσι της λέω, πετάγεται τότε
η μάνα της και λέει, ε σε προδίνουν τα πλαϊνά, δεν το καταλαβαίνεις? Το καταλαβαίνω.
Γιαυτό πηγαίνω στο σπίτι και κοιτάζομαι: όντως έχουν ξεσαλώσει τα πλαϊνά. Μάλλον
πρέπει να αυξήσω την δόση του τζελ. Έχω ακούσει για ένα προϊόν που γυαλίζει
τα μαλλιά, ενώ ταυόχρονα κρύβει και τις λευκές τρίχες. Η Σοφία μας δεν πρέπει
να το χει. Σκοπεύω να κουρευτώ εκεί, που τι σκοπεύω, είμαι εκεί, περιμένοντας
στο σομόν καναπέ, ξεφιλλιζοντας περιοδικά ωσότου έρθει η σειρά μου.
Είχα διαβάσει παλιά πως τις καλύτερες αποφάσεις τις παίρνεις στο φτερό, αλλά
σ`αυτή την περίπτωση δεν βλέπω να με καλύπτει. Ατάκες σου λέει μετά. Κοροϊδεύουν
το κόσμο για να μπαίνει μέσα σε ξεχασμένα κομμωτήρια και να καταρακώνεται.
Το θέμα είναι να μην ξεγελαστείς, γιατί άμα συμβεί, μπορεί να βρεθείς με κομμένο
λαιμό η με κομμένο αυτί, εξαρτάται σε τι χέρια κομμωτή θα πέσεις. Ρώτα κι έμενα
που κάποτε βρέθηκα κυριολεκτικά-ευτυχώς-μόνο χωρίς μαλλιά. Δεν ήταν μόνο
βλέπεις χαλασμένα τα κέφια του κομμωτή, ήταν και τα μάτια. Λίγο Τάσο μου,
λίγο, ξέρεις γύρω-γύρω, ναι μου λέει, ξέρω. Που αν είχα ξεραθεί πάνω σε μια γλάστρα
καλύτερα θα έδειχνα. Το Ναγκασάκι μπροστά μου, μια όαση δροσιάς. Μιλάμε γενικά
για τρίχες, που έτσι κι αλλιώς βγήκαν από την αρχή. Στους νεκρούς λέει συνεχίζεται
το έργο και μετά το πέρας του βίου. Εκεί δεν έχει προσεχώς., εκεί έχει επιτόπου,μαλλιά,
νύχια, βλέφαρα ανθοφορούν αδιαφορώντας για τις συνέπειες. Μέχρι να εξαντληθούν
τα αποθέματα και να τραβήξει ο καθένας τον σιωπηλό του δρόμο. Κουράζεται βλέπεις
το δέντρο που τα γεννάει και ψοφάει. Λογικό είναι. Τώρα εγώ όμως βρίσκομαι πάνω
στην καρέκλα του θυριοδαμαστή μου. Η Κυρά Σοφία, το νιώθω, με οσμίζεται ως
καλοψημένο γουρουνόπουλο. Μου απλώνει την πετσέτα, σφιχτά για να μην εκτοξευτώ
Σε λίγο θα με βάλει στο φούρνο με κάστανα, πριν με πετσοκόψει. Δεν πρέπει να δείξω
ότι φοβάμαι. Δεν πρέπει να με προδώσουν οι ιδρωτοποιοί αδένες μου. Όχι τώρα, ίσως μετά
αλλά όχι τώρα. Πρέπει να δεχτώ ασμένως την μοίρα μου. Με κοιτάζει γλυκά μέσα από τον
καθρέφτη και ευτυχώς, για μένα δεν με αναγνωρίζει. Είναι μειλίχια και ευγενική. Με ρωτάει
τι θα κόψουμε. Α χα. Έχω και επιλογές βλέπω. Μήπως πρέπει να της πω λαιμό? Η να ζητήσω
καλύτερα την βοήθεια κοινού? Μπα. Καλύτερα να μπούμε κατευθείαν στο ψητό, δεν μπορώ
άλλωστε τις αναμονές, κάνουν πολύ θόρυβο,συν ότι δεν έχουμε και πολύ χρόνο να κάψουμε.
Αλλά μια ψυχή που είναι να βγει, ας βγει και με την μορφή τρίχας. Τόσες χάσαμε δηλαδή,
τι θα πειράξει άλλες λίγες.Όμως ας μπω στο ψητό γιατί βλέπω ότι μπαίνουν κι άλλοι πελάτες
στο μαγαζί και δεν θα προλάβω να σου πω ότι δεν θέλω, γιατί εμένα που με βλέπεις τώρα
στα σαράντα τόσα χρόνια μου και δεν με αναγνωρίζεις, υπήρξα παιδί, παιδί της καλύτερης
σου φίλης. Τι νομίζεις? Να κουρευτώ ήρθα? Λίγα λουλούδια ήρθα να αφήσω στα νιάτα
μου, στα δικά σας, και σ`αυτών που δεν πρόλαβαν να τα ζήσουν. Σ`αυτή την πολυθρόνα
που λες καθόταν η μάνα μου, χιλιάδες χρόνια πριν, πριν ακόμα ανακαλύψω ότι η γη είναι
στρογγυλή, κι ότι όλα με θυμίζουν. Νόμιζα βλέπεις ότι όλα όσα θα ζούσα, τα είχα ήδη ζήσει.
Μην νομίζεις:προπλήρωνα τις ποινές μου. Σαν ένα είδος deja-vu, αλλά στην πιο δυνατή
μορφή του. Στην ουσία ήταν deja-vecu, αν με νιώθεις,κι ερχόμουνα που λες και καθόμουν
σ`αυτόν τον ίδιο απαράλλαχτο καναπέ και κοιτούσα τις μιζανπλί να βγάζουν καπνούς και
την μάνα μου με ένα τσιγάρο στο στόμα να με κεντάει με το βλέμα της, κι αναρωτιόμουν
γιατί δεν καπνίζει και στο σπίτι, αλλά έτσι είναι τα σπίτια, καμινάδες χωρίς καπνό, και
τρωγόμουν με τα ρούχα μου να μην ρωτήσω το γιατί, αφού ο μπαμπάς κάπνιζε στο σπίτι,
εσυ γιατί όχι, τι ανισότητες είναι αυτές που δεν μπορούσα να τις πιάσω, και με κοιτούσε
χαμογελαστή μέσα από βάθρο της, και κάπνιζε έτσι δειλά, κι ούτε κατέβασε κάτω τον
καπνό, και κάπως έτσι μια μέρα εγινε σύννεφο και δεν ξαναμάθαμε πια τα νεα της, κι
από τότε δεν θυμάμαι τίποτα αλλο,κι ελπίζω ούτε και συ. Για το καλό του ψαλιδιού.
Ελα λοιπόν. Κοίταξε με βαθιά μέσα στο καθρέφτη, και ρώτα με γλυκά:
-Πως θα τα κάνουμε Κύριε?
-Οπως γουστάρεις κούκλα μου.
Τετάρτη 6 Μαρτίου 2013

Τόσες τσαλαπατημένες ευχές, σε μια μόνο λέξη.Αν ήθελα λοιπόν να
πραγματοποιηθούν όσα φαντάζομαι,θα χρησιμοποιούσα το απλό και
κοφτό ρήμα "θέλω". Το ρήμα που αρέσει τόσο πολύ στα παιδιά. Ξέρεις
τι θα ήθελα? Να συμφιλιωθώ με την ιδέα πως οι επιθυμίες απλώς υπάρχουν
Όπως υπάρχουν, ρούχα, χέρια, μαλλιά. Άνθρωποι που τους αγγίζεις κι σε
πληγώνουν. Άνθρωποι που σε αγγίζουν και τους κόβεις το χέρι το καλό.
κι όταν επιτέλους συναντηθείτε, χωρίς τον φόβο του να διαμελίσει
ο ένας την σάρκα του άλλου,κι όταν λάβει τέλος η ανθρωποφαγία
και με το καλό αρχίσουν, όταν αρχίσουν, τα πρώτα φιλιά, λέω τότε
ίσως λέω, να βάλουμε σε τάξη, όλα αυτά τα θέλω που τα στριμώξαμε
όπως στριμώχνουμε και τα ρούχα που δεν θέλουμε ξανά να φορέσουμε,
εκεί στο βάθος της ντουλάπας, και που μίσος απωθούμε. Αλλά τα ρούχα
μας, όπως και τα θέλω μας χρειάζονται οπωσδήποτε μια δεύτερη
ματιά, για να μην σου πω μια δεύτερη ευκαιρία, γιατί έτσι είναι
οι δεύτερες ευκαιρίες:όταν το ύφασμα ξεθωριάζει από την καλή
στην ανάποδη το χρώμα παραμένει.Το λεγε η Ου και δεν το ξέχασα ποτέ.
(κείμενο που γράφτηκε πριν κάποιους μήνες για το ραδιόφωνο
και είπα να το συμπεριλάβω και δω)
Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2012
No, Let’s Not.
Τον λένε Δημήτρη. Δουλεύει κάθε μέρα στους δρόμους πουλώντας κάρτες, χειροποίητες
κάρτες, κάρτες που τις φτιάχνει με κόπο κ μεράκι. Τον συναντώ μετά από χιλιάδες χρόνια
αδιαπραγμάτευτης λήθης.Μπορεί όμως να μην είναι λήθη, μπορεί απλώς η εικόνα του να έχει
καταχωρηθεί μέσα μου σαν ένα είδος ανάμνησης που έχεις από έναν αγαπημένο άνθρωπο
όταν τον σκέφτεσαι σαν φωτογραφία. Λίγο θολή, αλλά στέκεται ως πόζα. Ξεθωριασμένη μεν,
αλλά πόζα. Με αγκαλιάζει με θέρμη, αλλά μου χαμογελάει με δισταγμό. Φοβάται μήπως
τον κακολογήσω για την χαλασμένη θέα των πάλαι ποτέ ωραίων του δοντιών.Ούτε
ένα δόντι ο Δημήτρης. Τα χασε λέει στο πόλεμο με την αρρώστια. Ποια αρρώστια
Δημήτρη, τολμάω να ρωτήσω, να, μου λέει, λίγο aids, λίγο καρκίνος, κάτι αυτοκτονίες
κ σμπαράλιασα. Δείχνει να μην το πιστεύει. Το κάνει σίγουρα για να με δοκιμάσει η
για να τεστάρει τις αντοχές μου. Ίσως πάλι, το κάνει γιατί πλήττει απ`τη ζωή, ίσως γιατί
δεν ξέρει πραγματικά τι σημαίνει θάνατος η ανανέωση επιθυμίας. Δεν λέω τίποτα, κάνω
πως δεν άκουσα η δεν κατάλαβα κ προαποφασίζομαι ραντεβού:πρέπει να φύγω, δουλειές,
θηλιές, μαλάματα, κ βέβαια θα τα ξαναπούμε, ασφαλώς κ έχω τηλέφωνο σου, μα τι λες
τώρα, κ βέβαια κ δεν φοβάμαι να σε φιλήσω, ξέρω να κλωσάω πολύ καλά τις αναμνήσεις
μου, κ αυτό ήταν, κατεβαίνω ελαφρύτερος σαν από το βαγόνι απολεσθέντων στιγμών.
Στο δρόμο για το πουθενά κελαηδούσε μια φράση, μέσα μου μια φράση που δεν ξέρω
που την διάβασα,αλλά την επαναλαμβάνω τον τελευταίο καιρό συνεχώς μέσα μου, σαν
ένα είδος άσκησης, κάτι σαν αλεξικέραυνο κακών στιγμών κ τρυφερών λυγμών, σαν
ένα φύσημα τριγύρω απ` την καρδιά, σαν ένα χάδι που ήθελες από καιρό να δώσεις
κ που ποτέ σου δεν τολμoύσες.
"Θεωρητικά υπάρχει μια τέλεια δυνατότητα ευτυχίας:να πιστεύει κανείς
στο μη καταστρέψιμο μέσα του κ να μην τείνει σ`αυτό" Έχω την εντύπωση πως αν
την άκουγε αυτή την φράση ο Δημήτρης θα χαμογέλαγε πλατιά. Κι ας απλωνόταν
σε όλη την Πλατεία Συντάγματος αυτό το χαλασμένο κενό που μας χωρίζει.
κάρτες, κάρτες που τις φτιάχνει με κόπο κ μεράκι. Τον συναντώ μετά από χιλιάδες χρόνια
αδιαπραγμάτευτης λήθης.Μπορεί όμως να μην είναι λήθη, μπορεί απλώς η εικόνα του να έχει
καταχωρηθεί μέσα μου σαν ένα είδος ανάμνησης που έχεις από έναν αγαπημένο άνθρωπο
όταν τον σκέφτεσαι σαν φωτογραφία. Λίγο θολή, αλλά στέκεται ως πόζα. Ξεθωριασμένη μεν,
αλλά πόζα. Με αγκαλιάζει με θέρμη, αλλά μου χαμογελάει με δισταγμό. Φοβάται μήπως
τον κακολογήσω για την χαλασμένη θέα των πάλαι ποτέ ωραίων του δοντιών.Ούτε
ένα δόντι ο Δημήτρης. Τα χασε λέει στο πόλεμο με την αρρώστια. Ποια αρρώστια
Δημήτρη, τολμάω να ρωτήσω, να, μου λέει, λίγο aids, λίγο καρκίνος, κάτι αυτοκτονίες
κ σμπαράλιασα. Δείχνει να μην το πιστεύει. Το κάνει σίγουρα για να με δοκιμάσει η
για να τεστάρει τις αντοχές μου. Ίσως πάλι, το κάνει γιατί πλήττει απ`τη ζωή, ίσως γιατί
δεν ξέρει πραγματικά τι σημαίνει θάνατος η ανανέωση επιθυμίας. Δεν λέω τίποτα, κάνω
πως δεν άκουσα η δεν κατάλαβα κ προαποφασίζομαι ραντεβού:πρέπει να φύγω, δουλειές,
θηλιές, μαλάματα, κ βέβαια θα τα ξαναπούμε, ασφαλώς κ έχω τηλέφωνο σου, μα τι λες
τώρα, κ βέβαια κ δεν φοβάμαι να σε φιλήσω, ξέρω να κλωσάω πολύ καλά τις αναμνήσεις
μου, κ αυτό ήταν, κατεβαίνω ελαφρύτερος σαν από το βαγόνι απολεσθέντων στιγμών.
Στο δρόμο για το πουθενά κελαηδούσε μια φράση, μέσα μου μια φράση που δεν ξέρω
που την διάβασα,αλλά την επαναλαμβάνω τον τελευταίο καιρό συνεχώς μέσα μου, σαν
ένα είδος άσκησης, κάτι σαν αλεξικέραυνο κακών στιγμών κ τρυφερών λυγμών, σαν
ένα φύσημα τριγύρω απ` την καρδιά, σαν ένα χάδι που ήθελες από καιρό να δώσεις
κ που ποτέ σου δεν τολμoύσες.
"Θεωρητικά υπάρχει μια τέλεια δυνατότητα ευτυχίας:να πιστεύει κανείς
στο μη καταστρέψιμο μέσα του κ να μην τείνει σ`αυτό" Έχω την εντύπωση πως αν
την άκουγε αυτή την φράση ο Δημήτρης θα χαμογέλαγε πλατιά. Κι ας απλωνόταν
σε όλη την Πλατεία Συντάγματος αυτό το χαλασμένο κενό που μας χωρίζει.
Σάββατο 20 Οκτωβρίου 2012
Απειρο
Δεν είχε ζωή. Τον λέγανε Home Entertainment. Όνομα, επίθετο, καταγωγή.
Στις συχνές ερωτήσεις μου για το αν πρόκειται για ψευδώνυμο η για παρεξήγηση
έπαιρνα πάντα την ίδια στερεοτυπική απάντηση:δεν σας ενδιαφέρει, να κοιτάτε
την δουλειά σας. Κοιτούσα και γω την δουλειά μου, αν και αγνοούσα ποια ήταν.
Τα απογεύματα μου ήταν πάντα κλεισμένα για χάρη του. 5 με 7 έπρεπε να παίρνω
στασίδι στον καναπέ του. "Μιλήστε μου, πες τε μου πως ήταν η μέρα σας, εγώ
το ξέρετε πολύ καλά δεν έχω ζωή". Μιλούσα και γω κι έλεγα ότι μου κατέβαινε.
"Σήμερα χαστούκισα μια γριά" η ¨σήμερα έσπρωξα έναν άνθρωπο στο τραίνο
μια πλάτη είδα και την έσπρωξα, ελπίζω να μην πέθανε." βέβαια δεν γινόμουν
ποτέ απολύτως πειστικός. "Takis, βλέπετε πολλές ταινίες, η φαντασία σας οργιάζει"
Η αλήθεια είναι ότι οργίαζε, αλλά τι σημασία είχε? Μπροστά στον κλειστό
τάφο που είχα μπροστά μου, αντι για άνθρωπο, έπρεπε να επιστρατεύω κάθε
είδους παλαβομάρα για να τον κάνω έστω και λίγο να χαμογελάσει. Αμετανόητος
όμως αυτός, μονήρης. "Να το ξέρετε, μια μέρα θα τιμωρειθειτε για όσα ψέματα μου
αραδιάζετε."Οι απειλές του, η αλήθεια είναι ότι με βάζαν σε σκέψεις. Mε την
έμφυτη κακία που τον διέκρινε θα μπορούσε κάλλιστα να με κάνει φέτες και
να με τυλίξει σε μια σακούλα σκουπιδιών. Κι αν ? Κι αν? Κι αν τι? Τίποτα.
Αυτό που με φόβιζε πάνω από όλα ήταν η επιθυμία του για τάξη. Ήταν από
κείνους τους τύπους που όταν ήθελε να σπάσει κάτι,το γυάλιζε.Στο βάθος,
το ήξερα, αχνοφεγγιζε ο διακαής πόθος του για μακελειό.Για κομμένες αρτηρίες.
Το λευκό μου δέρμα προοριζόταν για τη γέμιση της πρωτοχρονιάτικης γαλοπούλας.
Άλλωστε το χε γράψει ο Ελύτης για μένα, κ δεν μπορούσα να το αγνοήσω: Όπου
υπάρχει τάξη, ανθρωπινό κρέας που μυρίζει. Ωραίες προοπτικές μου ανοίγονταν.
Τα προσπερνόυσα όμως όλα και κάθε μέρα, την ίδια ώρα, βρισκόμουν στον καναπέ του.
Το μόνο απογοητευτικό σε όλα αυτά ήταν ότι μου απαγόρευε να καπνίζω "μόνο
οι γύφτισσες και τα πρεζάκια καπνίζουν" έλεγε με περιφρόνηση, μα μια μέρα, δεν
άντεξα κι έβγαλα τον καπνό από την τσάντα μου κι άρχισα να στρίβω κανονικά.
Το ύφος του κατάπληκτο, γεμάτο αίμα με σημάδευε με θυμό"Είστε αισχρός"
μου έλεγε, κι εγώ του απαντούσα, "ναι, και μπορώ να γίνω ακόμη πιο αισχρός
αρκεί να το θελήσετε",παίζεις παιχνίδια Takis κ δεν μ`αρέσει καθόλου, κ σεις
προκαλείτε την μικροπρέπεια της λογικής μου κ θα μ`αναγκάσετε να μην ξαναρθω."
Κι όντως, την επόμενη μέρα δεν ξανάρθα. Αλλά την επόμενη δεν άντεξα, κ απέσυρα
όλους τους δισταγμούς μου κ την χτύπησα ξανά την πόρτα, γνωρίζοντας πολύ καλά
πως το θύμα έχει περισσότερο ανάγκη τον βασανιστή του, από τι ο βασανιστής το θύμα,
κάτι που το ξέραμε πολύ καλά κ οι 2 μας κ το εφαρμόζαμε στην πράξη τέλεια.Εκείνη
λοιπόν την μέρα αποφάσισα να τραβήξω τα πράγματα στα άκρα, κ ζήτησα από τον
βασανιστή μου η από το θύμα μου, το ίδιο κάνει, να μου μαγειρέψει. "Μα εγώ δεν
ξέρω να μαγειρεύω" ήταν απάντηση του, " ε τότε να παραγγείλουμε". Σούσι, χαβιάρι
σος από δαμάσκηνα, ότι σκατά κυκλοφορεί, ότι πιο ακριβό το θέλω. Άλλωστε λεφτά
έχετε.Εμπρός λοιπόν, μην καθυστερείτε.Το έργο πρέπει να παιχτεί με σπίντατη πολυτέλεια,
ούτε λιγότερο, ούτε περισσότερο."Μα ποιο έργο, τι λέτε" ψέλλισε σχεδόν με ικεσία,
κ σαν απάντηση έβγαλα τα παπούτσια κ τα ακούμπησα στο ακριβό του τραπεζάκι.
Τα πράγματα πρέπει να πεθαίνουν πριν από μας καημενούλη, σκέφτηκα να του πω,
αλλά σαν απάντηση, τράβηξα από την τσάντα μου το θανάσιμο όπλο που κουβαλούσα
από μέρες κ του το έχωσα μπροστά στα μούτρα του.Προσκυνείστε του είπα. Σχεδόν
τον διέταξα.Είναι η μεγάλη σας ευκαιρία για να διαπιστώσετε αν είστε αληθινό
τέρας, ελάτε, μην φοβάστε. Αγγίξτε το. Σαν τους δαιμονισμένους θα καταλάβουμε
αν η ζημιά μέσα σας είναι περιστασιακή, η δεν χωράει καμιά επιδιόρθωση. Με τις
πρώτες σκηνές θα το καταλάβουμε, μην ανησυχείτε, ελάτε, δείτε το σαν ένα καλό
εξορκισμό για όσα δεν έχετε ζήσει και που πολύ φοβάμαι δεν θα ζήσετε, ελάτε
ετοιμαστείτε. Πήρε λοιπόν στα χέρια του το θανάσιμο όπλο κ άρχισε να το
περιεργάζεται με απορία." Τι πρέπει να κάνω " ψέλλισε σχεδόν με απόγνωση
το θύμα. "Σας είπα. Φαγητό. Πρέπει να παραγγείλετε φαγητό. Πολύ φαγητό.
Δείτε σαν το τελευταίο κάλεσμα του θανατοποινίτη. Το τελευταίο γεύμα.
Μπορείς να αρνηθείς από κάποιον το τελευταίο γεύμα του?" Χωρίς να χάσει
καιρό αρπάξε το τηλέφωνο κ προχώρησε στις διαταγές μου. Σε λίγη ώρα
βρισκόμασταν σε ένα βουνό από απίθανες ποσότητες φαγητών, ικανές
να θρέψουν ολόκληρο τάγμα από πεινασμένους. Έτρωγα όπως το είχα
φανταστεί: σαν θανατοποινίτης. Εκείνος φυσικά δεν άγγιξε ούτε μια
φλοίδα από τα πανάκριβα εδέσματα του. Kαιροφυλαχτούσε, την ήξερα
καλά την ράτσα του: σαν τον κυνηγό που πίστευε πως μόλις θα κοιμηθεί
το θήραμα του θα το γραπώσει στον πρώτο ύπνο. Καημενε φουκαρά
κυνηγε. Πέρασες μέσα από την βροχή με το αδιάβροχο, κ επειδή δεν
βράχηκες νόμιζες ότι δεν εβρεξε. Τώρα θα σου δείξω εγώ κ αληθινή
ζωή κ από όλα, μα πάνω από όλα αληθινή απόγνωση. Για να σε δω.
Αντέχεις? Άντε λοιπόν τι κάθεσαι? Βάλε την παράσταση να παίζει.
Τι με κοιτάς? Σου δείχνω την αληθινή ζωή κ συ απλώς με κοιτάς?
Τι είναι αληθινή ζωή? Τακέσι Κιτάνο ρε αλήτη. Κούκλες ρε. Να,
κοίτα τον ευατό σου, κοίτα πως αληθινά θα ήσουν, αν δεν ήσουν
το τέρας που έχεις μεταμορφωθεί. Κοίτα πως περπατάνε αλυσοδεμένοι
οι έρωτες. Χιλιόμετρα ολόκληρα κάνουν για να βρουν αυτό που
πίστευαν πως είχαν, κ όταν το βρίσκουν δεν ξέρουν με τι μάτια
να δουν, καμιά φορά βέβαια τα βγάζουν κ από μόνοι τους, να,
σαν τον ήρωά μας, που πάει να συναντήσει την τυφλή πλέον
τραγουδίστρια κ είδωλο του, όντας κ αυτός πια τυφλός, γιατί
πως αλλιώς θα είχε νόημα η συνάντηση αν ένας από τους δυο
έβλεπε, αλλά τι σου λέω, χαμπάρι δεν παίρνεις εσύ από αυτά,
χ α μ π α ρ ι ,κ τσάμπα ο κόπος δηλαδή, κ αν είναι έτσι να
κοιμηθώ για πάντα σ`αυτόν τον καναπέ η μέχρι το πρωί, το
ίδιο κάνει, κ όταν ξυπνήσω θα θελα να έχετε γίνει άνθρωπος κανονικός
κ θα μου πείτε, πως είχατε δίκιο τελικά, έτσι είναι οι έρωτες,
αλλά πονάει γαμώτο, για αυτό ζούσα χρόνια μόνος μου, για αυτό,
αλλά τώρα είναι αργά πολύ για να μ`αλλάξω, κ καλύτερα μερικά
πράγματα να μένουν στο πανί κ στα βιβλία για να μην μπαίνουμε
στο πειρασμό να διαλυθούμε, κ κάπως έτσι θα τον συγχωρούσα,
για όσα χρόνια είχε μέσα του φυλάξει, άχρηστα χρόνια, μόνο κ μόνο
επειδή δεν είχε το θάρρος να τα ζήσει, αλλά τώρα θυμάμαι πως είμαι
σκεπασμένος με μια κουβέρτα, δεν ξέρω κ γω γιατί, σ`ένα κρύο
καναπέ, αντι να πάω σπίτι μου, κ περιμένω να ξημερώσει για να
πιω καφέ με έναν άγνωστο άνθρωπο κ ξένο.Γιατί το κάνω αυτό?
Ούτε που ξέρω. Μάλλον επειδή το έργο έπρεπε σ`αυτό το χρόνο
να παιχτεί, με την σωστή απογοήτευση.Φυσικά, θα ήταν ένας
καφές αποχαιρετιστήριος κ αμίλητος,σαν τα ξένα μνημόσυνα
που πηγαίνεις ακάλεστος κ αρχίζεις να πονάς αόριστα κ αρχίζεις
τα συλλυπητήρια στους ξένους συγγενείς για έναν νεκρό που
δεν θα συναντήσεις ούτε στον ύπνο σου.Έτσι ακριβώς έγινε
Είπαμε αυτό τον καφέ κ αποχαιρετιστηκαμε.Το μάθημα τελείωσε.
Πάνε 8 χρόνια σιωπής από τότε, κ εντωμεταξή ο Τακέσι Κιτάνο
δεν ξανάκανε, όσο κ αν το προσπάθησε, τέτοιο αριστούργημα.
Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2012
+7
Σου γράφω τα νέα μου από το κρησφύγετο μου, αφενός γιατί δεν έχω φρέσκα δικά σου,
κ αφετέρου, πληκτρολόγια που δεν βλέπονται πρέπει οπωσδήποτε να εξομολογούνται.
Ας τα τσουγκρίσουμε λοιπόν. Στην υγειά όσων γραμμάτων κ όσων λέξεων δεν θα
αρθρώσουμε ποτέ. Ύστερα να περάσουν τα βιολιά κ μετά οι ερωτευμένοι-αυτό το
συλλεκτικό είδος, το επίμονο, να δώσει συναυλία Ξέρεις πολύ καλά πως οι ερωτευμένοι
δεν τα πηγαίνουν καλά με τα λόγια,ούτε και μεις τα πηγαίναμε. Μάλλον επειδή
είχαμε προπονηθεί πολύ καλά στις μεταξύ μας σιωπές. Βέβαια φοβάμαι πως θα
ρθει κάποια στιγμή που αυτές οι σιωπές θα υψώσουν ανάστημα κ θα απαιτήσουν
κάτι που δικαιωματικά τους ανήκει, αλλά εμείς δεν θα μπορούμε να τους το
δώσουμε. Μην με ρωτάς γιατί. Μερικά πράγματα είναι καλύτερα να τα πιστέψεις
νωρίς, πάρα να στα μάθει ο χρόνος. Μιλώντας για χρόνο θέλω να σου πω πως
στεναχωρήθηκα με κάποιες πρόσφατες φωτογραφίες σου.Σε τσαλάκωσε ο χρόνος
γλυκό μου. Τα ωραία σου πλούσια μαλάκια σβήστηκαν απ`το χάρτη αφήνοντας
τους πίσω τους κάποια ίχνη παλιάς ωραιότητας.Τα βαθιά σε ένταση μάτια σου
ατόνησαν, κ γέμισαν με ρυτίδες κ παράπονο. Κ το σώμα σου αυτό,το μνημείο
απόλυτης ομορφιάς, έπεσε από το βάθρο του, αφήνοντας στη θέση του σιωπηλά
σπαράγματα λίπους. Γέρασες. Γιατί γέρασες? Είναι ανήθικο να γερνάνε οι πολλοί
ωραίοι άνθρωποι.Πως ξεχάστηκες έτσι μέσα στην εβαπορέ ευτυχία σου κ δεν
μερίμνησες για σένα. Ασυγχώρητο λάθος για ένα πρώην νάρκισσο,δεν νομίζεις?
Τώρα σε βλέπω να ανεβάζεις φωτογραφίες στο facebook .Είσαι 42-43 χρονών
γεράκος κ κρατάς ένα παιδί στην αγκαλιά σου. Δικό σου δεν είναι? Να σου ζήσει.
Πάρα δίπλα μια γυναίκα που μοιάζει για σύζυγος σε ταΐζει στο στόμα σαν μπούλης.
Μου έρχεται να τσιρίσω από την φρίκη, αλλά παρ`όλα αυτά πατάω ένα like πάνω της
για να σε ενθαρρύνω, σαν να μην ήμουν εγώ, άλλα μια άλλη, η Μαρία Λαιμού, το όνομα
με το οποίο ακολουθώ άγνωστους μου, οι οποίοι με αποκαλούν "φίλη "τους. Δεν έχω
παράπονο. Οι λιγοστοί φίλοι μου με φιλοδωρούν με πολλές φιλοφρονήσεις, στις ψεύτικες
φωτογραφίες μου που κατά καιρούς ανεβάζω. Στα γενέθλια μου μου εύχεστε όλοι
χρόνια πολλά. Εσύ μου εύχεσαι να ζήσω κ να μαι γερή. 2 χρόνια τώρα, σαπίζω
μέσα το ίδιο στερεότυπο:να ζήσεις κ να σαι γερή. Ακόμη κ ξύλο να ήμουνα, κ αυτιά
να μου φυτρώναμε, αντί για χέρια, με τόσα κούφια λόγια, δεν μπορεί, στο τέλος
θα σάπιζα. Δεν ξέρω τι με κρατάει κ δεν ξεριζώνω τα μάτια μου, κ τα αυτιά μου
συγχρόνως, απορώ πραγματικά. Έτσι μου ρχεται να ποστάρω τις φωτογραφίες μας,
εκείνη ειδικά την φωτογραφία που μου ανάβεις το τσιγάρο κ με κοιτάς λιγωμένα
να χορτάσω κοινοποιήσεις. Αντι για αυτό πατάω like σε ότι σύνδεσμο βρεθεί μπροστά μου
να χουμε να γουστάρουμε. Σκυλάδικα δεν θέλετε? Θα σας χαλασμό εγώ χατήρι?
Πόσα like θέλετε να σας κάνω μάγκες για να πειστείτε πως η ρυπαρή ζωή νικάει τον εξαίσιο
έρωτα, πόσα? Ελάτε, μην ντρέπεστε, ορίστε αριθμό κ γω θα βρω τον τρόπο να
σας αποθεώσω.Εγώ, η άγνωστη, η Μαρία Λαιμού, που αντι να πάει να κόψει τον
λαιμό της, κόβει χρόνια απ`την μνήμη της για να την δυναμώσει. Κ όλα αυτά
επειδή εσύ άλλαξες, κ όλα αυτά επειδή δεν κάνεις το σωστό like πάνω στα παράπονα μου.
Κ όλα αυτά επειδή μαράζωσες. Εσύ, ένας πρώην επαναστάτης, μεγαλωμένος με siouxsie
Και cure να τρώει πατατάκια μπροστά στο πανάκριβο pc του, και να διαλέγει
από το you tube τραγούδια για εφήμερους έρωτες. Που πήγαν ρε οι παντοτινοί?
Που πήγαν εκείνα τα "για πάντα" που καπνίσαμε? Μήπως τελικά φταίω εγώ που
μεγάλωσα κ σε θυμάμαι ακόμη η μήπως φταις εσύ που απλά έφυγες για να μην με
βαρεθείς? Κι όμως θα ήμασταν ωραίο ζευγάρι. Ακόμα κ τώρα , και 25.000 χρόνια
να περνούσαν πάλι θα αγαπιόμασταν. 25.000 χρόνια θα περνούσαν, κ γω θα έλιωνα
για ένα "σε γουστάρω". Γιατί το σ`αγαπώ τι να το κάνεις, άμα τα βράδια που κοιμάσαι
δεν μένεις ξάγρυπνος για να ευχαριστηθείς τον άνθρωπο που σε ξημέρωσε. Να φτάνει
το πρωί, και συ να αρχίζεις να καλοπιάνεις τη μέρα επειδή σου χαρίστηκε κ να την
ευγνομωνείς επειδή θα συνεχιστεί. Κ ύστερα θα φεύγαμε για τις δουλειές μας, ποιες
δουλειές μας δηλαδή, αυτές τις περιστασιακές απασχολήσεις μας, εκείνα τα πεντάωρα
διαλείμματα του έρωτα μας, αλλά μια μέρα θα με έπαιρνες τηλέφωνο,και θα μου λεγες
τι κάνουμε εδώ, ο κόσμος είναι μαλάκας και γαμιέται, και γαμώ την χουντάρα που ζούμε
δηλαδή,και να πάει να γαμηθεί το ελληνικό φως και τα τζατζίκια του, πάμε να φύγουμε
αγάπη μου, πάμε, στον ουρανό του τίποτα με ελάχιστα μωρό μου, μας αρκούν, εκεί
να πάμε να ζήσουμε, άντε ετοίμασε βαλίτσες και σε 2-3 ώρες το πολύ θα ρθω να σε
απαγαγω.Κι έτσι απλά θα γινόταν, κ θα με βρίσκε η μέρα μου στο δρόμο να σε περιμένω.
Κ στο πρώτο αεροπλάνο, τραίνο, λεωφορείο, αδιάφορο θα ήταν, θα μας έβγαζε
σε ένα ωραίο πουθενά κ εκεί θα στηναμε τη ζωή που ονειρευόμαστε, με ένα
ελάχιστο τίποτα κ θα ήμασταν ευτυχισμένοι.Και τις νύχτες θα μου έλεγες
"μ αρέσει που είμαστε εδώ" κ γω θα σου λεγα " κ μένα μ`αρέσει που σ`αγαπάω"
κ συ θα γέλαγες κ θα μου λεγες"μα εγώ δεν είπα κάτι τέτοιο" "ναι, αλλά αυτό
εννοούσες θα σου λέω, και κάπως έτσι θα περνάνε, τα χρόνια, οι χιλιετίες,
και καμιά ανάρτηση δεν θα ταν ικανή για να πατήσουμε πάνω της το like
από το ίδιο μας το βλέμμα, κ κάπως έτσι ευχαριστημένοι θα πεθάναμε ένα
πρωί, κ όχι σαν την τρελή την κομμώτρια που πήγε κ φούνταρε όπως στη
ταινία, επειδή ο κουρέας δεν θα την ήθελε ένα πρωί. Θα μου πεις έφυγε
ερωτευμένη. Ναι, αλλά μόνη. Αλλά οι εραστές πρέπει μαζί να συναντιούνται
στον θάνατο. Θυμήσου τον Μπροχ και πυροβόλα με, η γίνε ήρωας σε ταινία
του Γκοντάρ και πες μου:δωσ μου το δηλητήριο να το πιω ως το τέλος, και
γω αντί να σ`ακούσω, θα κάτσω ήσυχη -ήσυχη σε μια γωνιά κ αντί να κλάψω
θα πάρω μια κασέτα όπως κάνανε παλιά, και θα σου γράψω τα καλύτερα
τραγούδια που γράφτηκαν ποτέ, κ αφού την γράψω, θα σταθώ σε μια άκρη
και θα περιμένω να μου την ζητήσεις, γιατί ξέρω πως ότι ποθεί κανείς,
αν το καλέσει με τη σωστή λέξη και το σωστό όνομα έρχεται. Που είσαι
λοιπόν? Ακόμα να φανείς? Θα πιάσει φθινόπωρο και δεν θα χω κουβέρτες
να σε σκεπάσω. Βιάσου. Δεν κάνει να σε ξεχάσω.
κ αφετέρου, πληκτρολόγια που δεν βλέπονται πρέπει οπωσδήποτε να εξομολογούνται.
Ας τα τσουγκρίσουμε λοιπόν. Στην υγειά όσων γραμμάτων κ όσων λέξεων δεν θα
αρθρώσουμε ποτέ. Ύστερα να περάσουν τα βιολιά κ μετά οι ερωτευμένοι-αυτό το
συλλεκτικό είδος, το επίμονο, να δώσει συναυλία Ξέρεις πολύ καλά πως οι ερωτευμένοι
δεν τα πηγαίνουν καλά με τα λόγια,ούτε και μεις τα πηγαίναμε. Μάλλον επειδή
είχαμε προπονηθεί πολύ καλά στις μεταξύ μας σιωπές. Βέβαια φοβάμαι πως θα
ρθει κάποια στιγμή που αυτές οι σιωπές θα υψώσουν ανάστημα κ θα απαιτήσουν
κάτι που δικαιωματικά τους ανήκει, αλλά εμείς δεν θα μπορούμε να τους το
δώσουμε. Μην με ρωτάς γιατί. Μερικά πράγματα είναι καλύτερα να τα πιστέψεις
νωρίς, πάρα να στα μάθει ο χρόνος. Μιλώντας για χρόνο θέλω να σου πω πως
στεναχωρήθηκα με κάποιες πρόσφατες φωτογραφίες σου.Σε τσαλάκωσε ο χρόνος
γλυκό μου. Τα ωραία σου πλούσια μαλάκια σβήστηκαν απ`το χάρτη αφήνοντας
τους πίσω τους κάποια ίχνη παλιάς ωραιότητας.Τα βαθιά σε ένταση μάτια σου
ατόνησαν, κ γέμισαν με ρυτίδες κ παράπονο. Κ το σώμα σου αυτό,το μνημείο
απόλυτης ομορφιάς, έπεσε από το βάθρο του, αφήνοντας στη θέση του σιωπηλά
σπαράγματα λίπους. Γέρασες. Γιατί γέρασες? Είναι ανήθικο να γερνάνε οι πολλοί
ωραίοι άνθρωποι.Πως ξεχάστηκες έτσι μέσα στην εβαπορέ ευτυχία σου κ δεν
μερίμνησες για σένα. Ασυγχώρητο λάθος για ένα πρώην νάρκισσο,δεν νομίζεις?
Τώρα σε βλέπω να ανεβάζεις φωτογραφίες στο facebook .Είσαι 42-43 χρονών
γεράκος κ κρατάς ένα παιδί στην αγκαλιά σου. Δικό σου δεν είναι? Να σου ζήσει.
Πάρα δίπλα μια γυναίκα που μοιάζει για σύζυγος σε ταΐζει στο στόμα σαν μπούλης.
Μου έρχεται να τσιρίσω από την φρίκη, αλλά παρ`όλα αυτά πατάω ένα like πάνω της
για να σε ενθαρρύνω, σαν να μην ήμουν εγώ, άλλα μια άλλη, η Μαρία Λαιμού, το όνομα
με το οποίο ακολουθώ άγνωστους μου, οι οποίοι με αποκαλούν "φίλη "τους. Δεν έχω
παράπονο. Οι λιγοστοί φίλοι μου με φιλοδωρούν με πολλές φιλοφρονήσεις, στις ψεύτικες
φωτογραφίες μου που κατά καιρούς ανεβάζω. Στα γενέθλια μου μου εύχεστε όλοι
χρόνια πολλά. Εσύ μου εύχεσαι να ζήσω κ να μαι γερή. 2 χρόνια τώρα, σαπίζω
μέσα το ίδιο στερεότυπο:να ζήσεις κ να σαι γερή. Ακόμη κ ξύλο να ήμουνα, κ αυτιά
να μου φυτρώναμε, αντί για χέρια, με τόσα κούφια λόγια, δεν μπορεί, στο τέλος
θα σάπιζα. Δεν ξέρω τι με κρατάει κ δεν ξεριζώνω τα μάτια μου, κ τα αυτιά μου
συγχρόνως, απορώ πραγματικά. Έτσι μου ρχεται να ποστάρω τις φωτογραφίες μας,
εκείνη ειδικά την φωτογραφία που μου ανάβεις το τσιγάρο κ με κοιτάς λιγωμένα
να χορτάσω κοινοποιήσεις. Αντι για αυτό πατάω like σε ότι σύνδεσμο βρεθεί μπροστά μου
να χουμε να γουστάρουμε. Σκυλάδικα δεν θέλετε? Θα σας χαλασμό εγώ χατήρι?
Πόσα like θέλετε να σας κάνω μάγκες για να πειστείτε πως η ρυπαρή ζωή νικάει τον εξαίσιο
έρωτα, πόσα? Ελάτε, μην ντρέπεστε, ορίστε αριθμό κ γω θα βρω τον τρόπο να
σας αποθεώσω.Εγώ, η άγνωστη, η Μαρία Λαιμού, που αντι να πάει να κόψει τον
λαιμό της, κόβει χρόνια απ`την μνήμη της για να την δυναμώσει. Κ όλα αυτά
επειδή εσύ άλλαξες, κ όλα αυτά επειδή δεν κάνεις το σωστό like πάνω στα παράπονα μου.
Κ όλα αυτά επειδή μαράζωσες. Εσύ, ένας πρώην επαναστάτης, μεγαλωμένος με siouxsie
Και cure να τρώει πατατάκια μπροστά στο πανάκριβο pc του, και να διαλέγει
από το you tube τραγούδια για εφήμερους έρωτες. Που πήγαν ρε οι παντοτινοί?
Που πήγαν εκείνα τα "για πάντα" που καπνίσαμε? Μήπως τελικά φταίω εγώ που
μεγάλωσα κ σε θυμάμαι ακόμη η μήπως φταις εσύ που απλά έφυγες για να μην με
βαρεθείς? Κι όμως θα ήμασταν ωραίο ζευγάρι. Ακόμα κ τώρα , και 25.000 χρόνια
να περνούσαν πάλι θα αγαπιόμασταν. 25.000 χρόνια θα περνούσαν, κ γω θα έλιωνα
για ένα "σε γουστάρω". Γιατί το σ`αγαπώ τι να το κάνεις, άμα τα βράδια που κοιμάσαι
δεν μένεις ξάγρυπνος για να ευχαριστηθείς τον άνθρωπο που σε ξημέρωσε. Να φτάνει
το πρωί, και συ να αρχίζεις να καλοπιάνεις τη μέρα επειδή σου χαρίστηκε κ να την
ευγνομωνείς επειδή θα συνεχιστεί. Κ ύστερα θα φεύγαμε για τις δουλειές μας, ποιες
δουλειές μας δηλαδή, αυτές τις περιστασιακές απασχολήσεις μας, εκείνα τα πεντάωρα
διαλείμματα του έρωτα μας, αλλά μια μέρα θα με έπαιρνες τηλέφωνο,και θα μου λεγες
τι κάνουμε εδώ, ο κόσμος είναι μαλάκας και γαμιέται, και γαμώ την χουντάρα που ζούμε
δηλαδή,και να πάει να γαμηθεί το ελληνικό φως και τα τζατζίκια του, πάμε να φύγουμε
αγάπη μου, πάμε, στον ουρανό του τίποτα με ελάχιστα μωρό μου, μας αρκούν, εκεί
να πάμε να ζήσουμε, άντε ετοίμασε βαλίτσες και σε 2-3 ώρες το πολύ θα ρθω να σε
απαγαγω.Κι έτσι απλά θα γινόταν, κ θα με βρίσκε η μέρα μου στο δρόμο να σε περιμένω.
Κ στο πρώτο αεροπλάνο, τραίνο, λεωφορείο, αδιάφορο θα ήταν, θα μας έβγαζε
σε ένα ωραίο πουθενά κ εκεί θα στηναμε τη ζωή που ονειρευόμαστε, με ένα
ελάχιστο τίποτα κ θα ήμασταν ευτυχισμένοι.Και τις νύχτες θα μου έλεγες
"μ αρέσει που είμαστε εδώ" κ γω θα σου λεγα " κ μένα μ`αρέσει που σ`αγαπάω"
κ συ θα γέλαγες κ θα μου λεγες"μα εγώ δεν είπα κάτι τέτοιο" "ναι, αλλά αυτό
εννοούσες θα σου λέω, και κάπως έτσι θα περνάνε, τα χρόνια, οι χιλιετίες,
και καμιά ανάρτηση δεν θα ταν ικανή για να πατήσουμε πάνω της το like
από το ίδιο μας το βλέμμα, κ κάπως έτσι ευχαριστημένοι θα πεθάναμε ένα
πρωί, κ όχι σαν την τρελή την κομμώτρια που πήγε κ φούνταρε όπως στη
ταινία, επειδή ο κουρέας δεν θα την ήθελε ένα πρωί. Θα μου πεις έφυγε
ερωτευμένη. Ναι, αλλά μόνη. Αλλά οι εραστές πρέπει μαζί να συναντιούνται
στον θάνατο. Θυμήσου τον Μπροχ και πυροβόλα με, η γίνε ήρωας σε ταινία
του Γκοντάρ και πες μου:δωσ μου το δηλητήριο να το πιω ως το τέλος, και
γω αντί να σ`ακούσω, θα κάτσω ήσυχη -ήσυχη σε μια γωνιά κ αντί να κλάψω
θα πάρω μια κασέτα όπως κάνανε παλιά, και θα σου γράψω τα καλύτερα
τραγούδια που γράφτηκαν ποτέ, κ αφού την γράψω, θα σταθώ σε μια άκρη
και θα περιμένω να μου την ζητήσεις, γιατί ξέρω πως ότι ποθεί κανείς,
αν το καλέσει με τη σωστή λέξη και το σωστό όνομα έρχεται. Που είσαι
λοιπόν? Ακόμα να φανείς? Θα πιάσει φθινόπωρο και δεν θα χω κουβέρτες
να σε σκεπάσω. Βιάσου. Δεν κάνει να σε ξεχάσω.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

























