Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2015

Τα γλυκά


Ήταν βράδυ την ώρα που τον είδε και του κόπηκε η ανάσα, κρατούσε ένα κουτί γλυκά για μια δύσκολη ώρα, και σκέφτηκε αστραπιαία, να τη η δύσκολη ώρα, κάθομαι επί τόπου στο πεζοδρόμιο
και ξετινάζω όλη τη ζάχαρη μέσα μου. στα αρχίδια μου όλα. Να γαμηθεί ο μαλάκας. Έρχεται μετά
από 10 χρόνια μπροστά μου και μου ποζάρει σαν απρόοπτο. Ε όχι ρε φίλε, δεν θέλω. Εντάξει, μην

λέμε μαλακίες: θέλω. Αλλά δεν θέλω να το καταλάβει ότι το θέλω τόσοοο πολύ. Λίγο. Να σε δω
λίγο. Να υποκριθώ απουσία. Λίγο. Όλα στο πολύ σιωπηλό. Να μην μας καταλάβουν. Μην γίνουμε
ρεζίλι αναδρομικά. Έρχεται λοιπόν κοντά σου. Φιλιόσαστε. Εσύ απ έξω ατάραχος. από μέσα φυσικά
τρέμεις. Αν δεν είχες κόψει το τσιγάρο τόσο καιρό, θα κάπνιζες επί τόπου 2 κούτες.

Γελοίο υποκείμενο. Μετά από τόσα χρόνια ακόμη παραμιλάς, μετά από τόσα χρόνια  δεν λες
να ξεχάσεις. Σου λέει πως φεύγει μετανάστης, κάπου βαθιά στο Καναδά. σκέφτεσαι Καναδά
κι ανατριχιάζεις; το μωρό μου σκέφτεσαι, θα πάει στον Καναδά να πλένει πιάτα, το δικό μου
το μωρό, που δεν είναι πια μωρό, αλλά ένας πάρα λίγο πενηντάρης, γαμώ τα μνημόνια σας
και  γαμώ την φτώχεια μου, ρε, ξέρετε τι μωρό σας στέλνω; Αυτόν που βλέπετε εγώ τον είχα

αγαπήσει πολύ, δηλαδή και τώρα τον αγαπάω, μην λέμε και μαλακίες,αλλά τις μεγάλες μας
αλήθειες, πουθενά, ούτε στον ευατό μας δεν τις αποκαλύπτουμε, γιατί είμαστε αδύναμοι και
κακομαθημένοι, και γενικά όλα στα αρχίδια μας, αρκεί να υπάρχει  μπόλικη καψούρα για να

μπορούμε να  αντέχουμε -

Αυτό δεν αντέχεται, σκέφτεται. Τον βλέπει να κρατάει αυτή τη μεγάλη βαλίτσα και του ρχεται
να βάλει τα κλάματα, αλλά πιο πολύ του έρχεται η ωραία εικόνα, γιατί βλέπεις οι άνθρωποι δεν
σκέφτονται με ιδέες, αλλά με εικόνες, κι όσο πιο μεγάλη κι ωραία είναι  μια εικόνα τόσο πιο πολύ
κοντά είσαι στο δρόμο για την υλοποίηση της. Αρκεί να γουστάρεις και να έχεις πολύ  μεγάλο
απόθεμα καψούρας. Για όλα. Σκέφτεται λοιπόν να του πει, πετά την βαλίτσα, η δώστε την σε

κάποιο περαστικό, κάποιον που να χει πολύ ανάγκη. Εσύ δεν έχεις ανάγκη, η τουλάχιστον δεν θα
πρεπε να έχεις. Εσύ είχες πάντα εμένα. Μην κοιτάς που δεν το ξέρεις. Κοίτα, τώρα θα πάμε σπίτι

και συ δεν θα ρωτήσεις τίποτα. Αλλά ούτε και γω θα ρωτήσω. Δεν χρειάζεται. Θα ανάψω
το θερμοσίφωνα, θα σου φέρω καινούργια ρούχα να φορέσεις, θα είσαι όμορφος, υπομονετικός
θα είσαι όλο το από κει και πριν σου, γιατί έτσι είναι οι άνθρωποι, δεν αλλάζουν, κι όπως θα κάτσεις
στο καναπέ, θα ανάψουμε την τηλεόραση, και θα αρχίσουμε να μιλάμε κανονικά σαν να μην έχει

προηγηθεί τίποτα, καμιά συντριβή, κανένας πόνος, καμιά χρονική απουσία, και κείνη τη στιγμή
θα μου το πεις; φέρε το κουτί με γλυκά που πήρες. Θέλω λιγάκι να χαθώ

Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2015

Το ατύχημα.


Με κρατάει από τον ώμο στην αρχή, καθώς βγαίνουμε απ το ασανσέρ. Ύστερα με παίρνει αγκαλιά
50 χρονών σχεδόν, αλλά τα μάτια του ακόμη φοβισμένα. Πότε θα ενηλικιωθείς; του λέω. Μάτια μου.
Με κοιτάζει με παράκληση. Μάλλον ποτέ υποθέτω. Περπατάμε, δηλαδή ένας θεός μόνο μπορεί να
το πει αυτό, και μάλλον κουτσός, αλλά εμάς τι μας νοιάζει, εμείς παριστάνουμε  πως περπατάμε.


Κάνουμε μικρά επίπονα βήματα κι αγκομαχαμε, δηλαδή εσύ αγκομαχάς, αλλά εγώ πονάω  περισσό
τερο. Κάτσε να  κάνουμε μια στάση να ανασάνεις. Να το σκεφτούμε αδελφέ μου. Να το εξηγήσουμε
με κάποιον τρόπο ώστε να φαίνεται στα μάτια μας. Αλλά θα μου πεις πως η όραση είναι παραπλανι
τική αίσθηση. Συνήθως βλέπεις ο,τι δεν μπορείς να απολαύσεις. Δεν πειράζει όμως. Στο κεφάλι μας
βρίσκονται οι άλλοι. Εμείς βρισκόμαστε μέσα στη καρδιά μας, σου λέω, αλλά απάντηση δεν παίρνω.

Φαίνεται πως η απάντηση κατοικεί μέσα στη καρδιά σου, σε ξέρω εγώ, δεν με ξεγελάς. Έχεις σκάψει
μέσα σου ένα τεχνητό τούνελ ανάρρωσης, ίσα-ίσα για να μπορείς να ψευτοπείσεις τον ευατό σου
πως μια μέρα ίσως και να γιατρευτείς. Αλλά θα γίνεις καλά, το χω δει στον ύπνο μου, όπως κι αυτό
το ατύχημα, όλα τα χω δει, και με τον τρόπο μου, τα είχα ζήσει πριν τα ονειρευτώ. Και τώρα, τι;

Μισοπερπατάμε, μισοσπασμένοι. Η "σάκα σου" 'εχει ξεκολλήσει βλέπεις, χρειάζεται να πάμε στον τεχνικό  για επιδιόρθωση, κι εκεί πηγαίνουμε, με λυπημένη κούραση, ιδίως στο βλέμμα, αλλά
πηγαίνουμε. Κι όπως πηγαίνουμε μάγκα μου, κι όπως γίνομαι  το χαλί για να μπορέσεις να
πατήσεις για να φτάσεις στην τεθλασμένη σου, μου σκάει ανεξήγητα, Ένας Χριστιανόπουλος
και με κάνει λιώμα, κι εκεί μέσα είναι όλη μας η ζωή, φίλε: να μου δώσεις δύναμη να μην είμαι
ράκος, να σου δώσω συντριβή  να μην είσαι μούτρο. Κι ετσι απαλά, ανατινάζομαι.


Τετάρτη, 8 Ιουλίου 2015

Because


διακόπτουμε την πεντάμηνη σιωπή μας για να αποτίσουμε φόρο σ αυτή την ακριβή φωτογραφία,
κι αυτό που την κάνει ακριβή, δεν είναι τα χρώματα, δεν είναι το απόκοσμο που την περιβάλει,
όσο η αίσθηση της αιωνιότητας, μια αίσθηση τόσο μεταφυσική, που νομίζεις ο,τι θα σου κοπεί η
ανάσα μόνο κοιτάζοντας την. Ευλογημένοι να στε τέκνα μου. Αν είστε πεθαμένοι η κοιμάστε, λίγο
με νοιάζει. Αν έχετε σκοπό όμως να ξυπνήσετε, κι έχετε δει κανά καλό όνειρο, πέστε το και μας,
για να δούμε αν φτουράμε έστω και σαν ονειροφάντες.

Τετάρτη, 1 Απριλίου 2015

Never Give it Up



Τον περιμένω κάτω να κατέβει  με υπομονή. έχει να βγει στο κόσμο μήνες, ίσως και χρόνια.
Κουτσαίνοντας και με λίγη καλή θέληση τα καταφέρνει. Με κρατάει αγκαζέ και περπατάμε.
Με προστατεύει σαν αδελφός. Στα φανάρια βάζει το χέρι του σαν απλωμένη κουβέρτα και με
σκεπάζει. Δεν πρέπει να με βρει κανένα κακό. Στα αλήθεια ανησυχεί για μένα. Παρότι είναι
άρρωστος, ψάχνει μέσα του να βρει ένα τεχνητό τούνελ ανάρρωσης . Ίσως μια μέρα γίνει καλά

Ποιος ξέρει. ίσως μια μέρα θυμηθεί πως η αποχή του από τη Ζωή συνδέεται με αυτό που τον
πόνεσε. Τι σε πόνεσε μωρό μου; μίλα στο γιατρό. Δεν μιλάει, δεν λέει τίποτα. Ίσως να έχει
αμνησία. Ίσως κάποτε να αγαπούσε τη Ζωή και να το ξέχασε, όπως ξεχνάς και τη πλοκή  ενός
μυθιστορήματος που κάποτε αγαπούσες. Πηγαίνουμε προς τη θάλασσα, αμίλητοι, αλλά μέσα
μας βαθιά χαμογελάμε. Ίσως γιατί έχουμε πειστεί πως έτσι είναι η Ζωή, έχει και χελώνες.

Στο πρώτο παγκάκι που συναντάμε καθόμαστε με ανακούφιση. Ο ήλιος μας χτυπάει  στη καρδιά.
Δεν προλαβαίνω να του γελάσω, κι ανάβει τσιγάρο. Θα γίνουμε καλά, μια μέρα, δεν θα γίνουμε;
τον ρωτάω. Ναι, μου λέει, θα γίνουμε, γιατί να μην γίνουμε; Αφού μας το χρωστάνε.