Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2014

Tender love

Κάθομαι στο καφέ που με έχει φιλοξενήσει τους τελευταίους 7 μήνες όλα μου τα μεσημέρια.
Οι άνθρωποι εδώ είναι έξαλλοι, γιορτάζουν με ένα τρόπο πανηγυρικό, σαν να είναι η τελευταία
τους μέρα επί της γης. Μπορεί και να ναι όμως, ποτέ δεν ξέρεις τι μαλακισμένα συμβόλαια
μπορεί να σου πασάρει τελευταία στιγμή η μοίρα. Γιατί μοίρα είναι αυτή, ποτέ δεν ξέρεις τι
σου επιφυλάσσει. Λίγο να την πιστέψεις, και το κακό σε χει εβρει από κει που δεν το περιμένεις.

Αλλά εμάς τι μπορεί να μας βρει. Τι μπορεί να μας β ρ ε ι παραπάνω. Κοιτάζω τώρα μια χαριτωμένη
κότα να χορεύει ένα καλαματιανό σαν ήταν μπλουζ. Τι πλάκα που έχει. Όταν μιλάει το ποτό, σαν να
παύουν οι άνθρωποι μέσα τους να μιλάνε η τουλάχιστον να μιλάνε με τον τρόπο που θα ταν κατανο
ησιμος. Δεν βαριέσαι. Και που μιλάνε οι άνθρωποι, τι κατάλαβαίνουν. Αφού όλα συνεργούν στο να
σωπαίνουν. Αρα ας καθίσω στην γωνιά μου να απολαύσω τον καφέ μου. Τι νόμιζες, ρακή θα πίνα;

Mε τίποτα. Αλλά όταν κάνει σχέδια ο άνθρωπος, ο θεός γελάει, που σημαίνει πως ενα κερασμένο
καραφάκι έρχεται σαν καψόνι από την σερβιτόρα, και στρογγυλοκάθεται στο τραπέζι μου. Από
ποιόν είναι, κάνω να ρωτήσω, από κάπου, μου απαντάει αόριστα. Ποιος να με ερωτεύτηκε άραγε,
ποιος θέλει τάχα τον βέβαιο χαμό μου. Αλλά δεν δίνω βάση, και το προσπερνώ, βάζοντας στο
μικρό ποτηράκι μου λίγο πιοτί που θα λεγε κι ο Γιάννης. Θα μου πεις ποιος είναι  ο Γιάννης. Ε,
ένας φίλος  είναι, μην θες να τα ξέρεις κι όλα. Ας πιω λοιπόν. Σε κείνη την ψυχή που θέλει να με

δει να ντιρλιάζομαι. Σηκώνω λοιπόν το ποτήρι και το υψώνω στην υγειά του Αγνώστου Πότη.
Άντε παλικάρι μου. Η παλικάρισσα. Ότι καλό η ματαιωμένο δεν σε χει βρει να σε βρει τώρα
και να σου αλλάξει τον αδόξαστο. Κάνω να πιω λιγάκι και μου ρχεται φλασάκι η κουβέντα
που είχαμε προχθές στο τηλέφωνο. Τι ωραία που τα λέγαμε μετά από καιρό. Κατά βάθος το

ξέρεις ο,τι είσαι ο τυχερές μου Άγγελος. Οσα δεν έχω πει σε σένα, δεν τα χω πει στον κόσμο όλο.
Γιατί άραγε. Τι να σου πω. Μάλλον από άμυνα, μπορεί κι όμως από φόβο, μην το αποκλείεις.
Μ`άρεσε που μου πες πως από το 2009 έχουν περάσει χιλιάδες χρόνια. Τι ωραία που ήμασταν
τότε η πως καμωνόμασταν πως είμαστε. Δεν πειράζει. Και το ψέμα κάτι καλό έχει να χτενίσει.

Το θέμα να έχεις μαλλιά. Η και χρόνο. Το θέμα είναι να μην είσαι αδρανής. Κάπου διάβασα πως
η αδράνεια κάνει και ένα πούπουλο σκληρό. Δεν στο πα, και δεν στο πα για να μην γελάσεις. Στο
ιντερνέτ καφέ που πηγαίνω υπάρχει  πραγματικά μια αστεία γυναίκα. Κοντεύει τα 60. Όταν με
βλέπει το πρόσωπο της φωτίζεται. Στην αρχή νόμιζα πως ήμουν ο μοναδικός παραλήπτης αυτής
της εικόνας, αλλά μετά όταν είδα πως το ίδιο κάνει με όποιον βρεθεί στο πέρασμα της, χαμογέλασα
πικρά. Είναι σαν τον έρωτα, που νομίζεις πως εσύ είσαι το αυθεντικό, πως κανείς άλλος δεν σε έχει
ξανακοιτάξει έτσι και τα λοιπά, και τα αποδέλοιπα. Τι έλεγα; Α, για αυτήν την γυναίκα. Σου λεγα

πως είναι αστεία, αλλά δεν σου είπα γιατί: έρχεται στο καφέ φορώντας παντόφλες. Που να τρέχω
σου λέει με παπούτσια και τα σχετικά. Ενώ με ένα ζευγάρι ανατομικές παντόφλες  σου μοιάζει
αλλιώτικο το γιου τιούμπ. Ένα βράδυ την είχα δει πολύ αργά, και το αν λέμε αργά, εννοούμε τις
πρώτες πρωινές να καπνίζει σε ένα παγκάκι και να τραγουδάει. Δεν ήθελα να με δει κι έτρεξα.

Αλλά ατύχησα γιατί με είδε. Την επόμενη μέρα μάλιστα μου το σκάσε: σας είδα χθες, μην νομίζετε
πως δεν σας είδα. Έκανα τον ανήξερο. Μπα αποκλείεται. της είπα. Θα με μπερδέψατε για κάποιον
άλλον. Εσύ 'ησουνα, επέμενε. Σε καταλάβαίνω από τον τρόπο που περπατας. Είναι σαν να κουβαλάς
θάλασσες και βουνά  και δεν ξέρεις πως να τα ξεφορτωθείς. Μ `άρεσε αυτή η παρομοίωση, κι άμα
μ `αρέσει κάτι, κοκκινίζω. Σαν παντζάρι έγινα τώρα, τι να λέμε. Αλλά το χειρότερο η το καλύτερο,
εξαρτάται από ποια πλευρά θα το δεις, ήταν μετά από 2 μέρες:εσείς πρέπει να γράφετε, Σας ξέρω.
Σας έχω καταλάβει. Περιττό να σου πω πως έγινα. Εσύ δεν γράφεις πια. Σε καταλαβαίνω. Κι εγώ


μην νομίζεις, ζορίζομαι. Που είναι εκείνα τα χρόνια που γράφαμε κάθε 2 -3 μέρες. Και με τι λαχτάρα.
Μπορεί να μην έχουμε να γράψουμε κάτι άλλο, θα μπορούσες να σκεφτείς, η ο τρόπος που ζούμε δεν
μας αφήνει περιθώρια να γράψουμε αυτό που πραγματικά θέλουμε. Κι αν δεν θέλουμε; δεν πειράζει
θα σου πω . Θα κάτσουμε στους τάφους των πεθαμένων μας ποστ και θα φάμε το βαζάκι με το μέλι
μέχρι να λιγωθούμε. Τώρα που είπα για νεκρούς θυμήθηκα και τον Κουμανταρέα. Στην γειτονιά μου
έμενε, το ξέρες αυτό; Θεός σχωρέστον, και κοίτα να δεις λέω, εκεί που δεν του χα καμία λογοτεχνική

εκτίμηση, σκάει το τελευταίο προφητικό του βιβλίο και με κάνει λιώμα. Έλιωσα, πραγματικά, έλιωσα
κι έλιωσα, γιατί είδα έναν άνθρωπο που μπροστά στην παραδοχή και την εξιστόρηση ολόκληρης της
ζωής του, έχει το κουράγιο να βλέπει το μηδέν του να τον πλησιάζει και να το σαρκάζει με τον πιο
σπαραχτικό τρόπο. Ίσως όμως  να με λιώσε και η ιστορία του με την Λιλή. Όταν κουνάς το μαντήλι
στους ανθρώπους  που αγαπάς, κάπου στενεύουν τα γεγονότα μέσα σου, και κάπου αναγκάζεσαι μέσα σου να πεις: μην μ`αφήνεις. Αλλά η ρυπαρή ζωή νικάει  και τον εξαίσιο έρωτα, αγγελέ μου,
που σημαίνει πως ο,τι κι αν κάνουμε στο τέλος θα νικηθούμε. Τουλάχιστον να νικηθούμε ερωτευμένοι. Κι αυτό θα είναι το κρυφό μας χαρτί σε περίπτωση που μας βάλουν σε πειρασμό
να χάσουμε, κι πώς θα λέγε ο Μ. για το τέλος:εγώ  σου έδωσα τα γιαλιά να βλέπεις. Τα μάτια
είναι δικά σου.


Πέμπτη, 25 Δεκεμβρίου 2014

Strike a pose


Ξέρω κάποιον που διαβάζει ευαγγέλια, χωρίς να πιστεύει. Ξυπνάει κάθε πρωί, η όποτε αυτός
αποφασίσει πως είναι, και γλιστράει με κέφι καταπάνω τους, σαν να είναι κάτι σημαντικό η
κάτι επείγον. Έχει να βγει  έξω απ`το σπίτι του πάνω από 2 χρόνια, και μοιάζει ευχαριστημένος

που ζει έτσι χωρίς να έχει καμιά ανάγκη από την πραγματικότητα.  Στις επίμονες ερωτήσεις μου
για το αν πιστεύει πως η πραγματικότητα ίσως με τον τρόπο της μπορεί και να τον χρειάζεται η
απάντηση του είναι πάντα φειδωλή: μα γιατί το σκαλίζεις; Δεν βλέπεις  ο,τι όλα συντελούν στο

να σαπίζω με επιείκεια μέσα στο κελί μου;  Στην προσπάθεια μου για να τον συνετίσω προσκρούω
πάντα σε τοίχο. Μια μέρα δεν άντεξα άλλο και του έβαλα τις φωνές: μα γιατί, για  ποιο λόγο γίνονται
όλα αυτά, εξήγησε μου. Μα δεν καταλαβαίνεις; μου απάντησε, κάνω χώρο στο απρόοπτο. Προσπαθώ
να το καλοπιάσω. Από κείνη τη μέρα του φέρνω συνεχώς καραμέλες. ίσως γιατί πιστεύω βαθιά μέσα
μου πως και ο τελευταίος μονήρης αυτού του κόσμου αξίζει κάπου-κάπου την γλύκα μας.


Από την άλλη, δεν πιστεύω οτι όλοι και όλα αξίζουν την ανοχή μας. Αντιθέτως, πιστεύω( γιατί παλιά
δεν το πίστευα η τουλάχιστον δεν το υπερασπιζόμουν όσο του άξιζε) πως ο τσακωμός, οι γλυκές χρι
στοπαναγίες βοηθούν πραγματικά το να καθαρίσει το μέσα τοπίο. Για να ανθίσει το    έξω   φυσικά.


Αλλά πολύ σπάνια ανθίζει, κι αν ανθίσει  μοιάζει σαν να είναι μια φθηνή απομίμηση φθηνού παραδείσου. Αλλά και οι παράδεισοι χουν κι αυτοί τα δώρα τους, έστω κι αν μοιάζουν προσω
ρινοί. Με ανακουφίζει κάπως η άποψή του Νίτσε: τα κουνούπια δεν τσιμπάνε από μοχθηρία,
θέλουν κι αυτά να ζήσουν. Ισως κάπως έτσι μπορεί να συμβαίνει και με τους ανθρώπους όταν
σε πληγώνουν. ϊσως πάλι η στάση του σκορπιού να εξηγεί τα πάντα για την ανθρώπινη φύση:
δεν ήθελα να σε δαγκώσω, αλλά έπρεπε να δικαιώσω την σκορπίσια φύση μου. Και κάπως έτσι
περνάνε οι αιώνες, χάνοντας  πολύτιμο δηλητήριο για την δύσκολη στιγμή. Αλλά το θέμα είναι

το τώρα. Μάλιστα.  Μια ιστορία που είναι τόσο ανοιχτή στις υποθέσεις, και  τόσο κλειστή  σε
συμπεράσματα, που θα πει πως είμαστε έρμαια στα άλλα ντάλων του καθενός. Ακόμα κι έτσι
όμως, παρ όλη την παραδεδεγμένη αμηχανία μας και την φτώχεια μας έχουμε ακόμα πλάκα.

 
¨Ολα όμως θα μας συγχωρεθούν όταν βγει με το καλό στις αίθουσες η νέα ταινία του Ξαβιέ Ντολάν
την άνοιξη  και τότε θα ξεβολευτούμε για τα καλά.




Τετάρτη, 3 Δεκεμβρίου 2014

Πολλές φορές, παλιά.


































































































Διαβάζω μια παλιά κριτική για ένα βιβλίο που πολύ έχω αγαπήσει, εδώ και 2000 αιώνες.
Θα μου πεις τι σε πιάσε. Ε, με πιάσε. Πάσχω μάλλον από εκείνο το είδος της αγιάτρευτης
νοσταλγίας για τα πράγματα που αντέχουν να καταστρέφονται, κι όμως, καταφέρνουν κι
επιζούν. Θα μου  πεις πως τα καταφέρνουν. Μην με ρωτάς. Εγώ το μόνο που ξέρω να κάνω

είναι να αγαπάω. Τα βιβλία. Καμιά φορά και τους ανθρώπους. Ειδικά αυτούς που τα  γράφουν
κι αξίζουν, τους διπλοπαρκάρω με φοβερή  ασφάλεια μέσα μου. Αλλά στεναχωριέμαι φοβερά
για αυτούς που τα διαβάζουν και μετά πρέπει να μπουν στον κόπο να τα κρίνουν. Αφού δεν τα
αγαπάς και φαίνεται. Γιατί δεν έχεις  επιείκεια η γενναιοδωρία. Που αν το καλοσκεφτείς είναι
σχεδόν το ίδιο. Θα μου πεις ποιος κάθεται να διαβάσει αυτές τις κριτικές: εγώ. Δεν θα πρεπε
αυτό να αρκεί; Τώρα που γράφω αυτά, μου ρθε σφηνιά μια παλιά συνέντευξη του Κωνσταντίνου Β.
Σ`αυτήν τη συνέντευξη, μαζί με όλα τα ωραία του, έλεγε πως δεν πειράζει, πως αν έρθει εκείνη

η στιγμή που δεν θα χει τίποτα άλλο μέσα του να γράψει, θα κάτσει σε μια γωνιά και θα
παρατηρεί τον κόσμο. Όλο και κάποιος θα βρεθεί να του δώσει ένα πιάτο ρύζι. Ένα πιάτο ρύζι.

Το σκεφτόμουνα μέρες αυτό, συνέχεια, κι έλεγα, για φαντάσου, ο κόσμος είναι μικρός κι ασήμαντος
στα μέτρα μας και δεν χρειάζεται να χολοσκάς. Κι ένα πιάτο ρύζι την κάνει τη δουλειά του.


Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2014

Secret


Μεταμεσονύχτιο τηλεφώνημα από τον Λ.

"Δεν νομίζω να κοιμάσαι; Αλλά και να κοιμάσαι  πρέπει να ξυπνήσεις".

Πήγα να αρθρώσω ένα μισόαθωο "μίλα, τι συμβαίνει, αλλά δεν πρόλαβα.

"Πήρα να σου πω ότι   ήρθε ο καιρός που πρέπει  να ενσωματώσεις μερικές

έννοιες μέσα σου. Καταρχήν πρέπει να καταλάβεις τον κόσμο. ¨Οχι αυτόν που

ήξερες. Αυτόν που ήξερες να τον ξεχάσεις, αν και εδώ που τα λέμε  εσύ με τα

μυαλά  που κουβαλάς είσαι ικανός να ξεχάσεις τα πάντα. Το χω δει το έργο.

Αν ήσουν ας πούμε ένα είδος Big Brother, που είσαι, θα ψήφιζες τον ευ ατό  σου.

για αποχώρηση. Θα διαχώριζες τον ευατό σου από το Εγώ σου. Θα έφευγε το Εγώ σου

 και  θα σου μένε αμανάτι ο μίζερος Ευατός σου. Σιγά τα αυγά θα μου πεις. Ναι μωρέ, σιγά.

Ας σπάσουν. Ας σπάσεις γενικά. Αλλά δεν σπας. Δεν σπάει κι αυτός ο κόσμος  να ησυχάσουμε.

Το ήξερες ας πούμε εσύ ότι υπάρχει πολύς κόσμος που άμα του δείξεις τη ζωή και μετά

το θάνατο και μετά τη Ζωή, θα μπερδευτεί και δεν θα ξέρει ποιο είναι ποιο;" Πήγα να

ψελλίσω ένα "ναι, το ξέρω" αλλά δεν πρόλαβα. Η φωνή του είχε κάνει φτερά.



Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2014


¨Αρρωστοι για λόγους υγείας

  εκτός κι αν αρρωστήσουμε στα σοβαρά

οπότε θα πεθάνουμε στ`αλήθεια

             πα μαλ

Τετάρτη, 30 Ιουλίου 2014

Εδέμ.



Αν μου λεγες πριν ένα χρόνο, φαντάσου τον ευατό σου να ξεριζώνεται απ`το σπίτι του, και να
επιστρέφει μετά από 500 χρόνια, το σίγουρο θα ήταν πως θα σε λέγα τρελό. Βλέπεις, οι άνθρωποι
της συνήθειας, αρνούνται πεισματικά να νιώσουν οικία πέρα από εκεί που τους τάζει η πλήξη τους.
Και συ, σαν άνθρωπος  της συνήθειας, ξέρω πως με καταλαβαίνεις. Αλίμονο σε όποιον  τολμήσει

και σε βγάλει  από το γλυκό σου οικοσύστημα. Να, τώρα σε φαντάζομαι, πρωί-πρωί, να έχεις
ετοιμάσει το καφεδάκο σου και να απλώνεις τον ναργιλέ σου στο διαδίχτυ. Είναι όμορφα. Πάντα
είναι όμορφα όταν έχεις διαλέξει τι πρόσωπο θα φορέσει η σιωπή σου. Τώρα που σου μιλάω ακούω

τα πουλάκια τα πρωινά. Λοιπόν, αυτά τα σκασμένα, πρέπει να υφαίνουν τραγούδια με το κελάηδισμα
τους. Ξέρω κάποιον που είναι μουσικός και αποκρυπτογραφεί τα τιτιβίσματα  τους, κάνοντας τα
τραγούδια. Εγώ πάλι μόνο τις σιωπές μέσα από το βλέμμα των άλλων μπορώ, αλλά δεν παίρνω  κι όρκο. Ένα χρόνο, φυτεμένος μέσα  το νησί είναι λογικό να ξεμάθω. Αλλά κάτι μου λέει πως θα ξαναβρώ τον δρόμο μου. Που είμαι, τι κάνω, που ζω. Ένα χρόνο εδώ στο Νησί, κι ακόμα να το
μάθω." μπορεί να ζήσεις για πάρα πολύ καιρό, αλλά ποτέ δεν θα μάθες από που ήρθε η Ζωή. Είδες
αυτά που ΄ηθελες να δεις. Περπατάς και κοιτάς προς τα πίσω βλέποντας τις αναμνήσεις να ξεθωριάζουν και να πεθαίνουν" Κοίτα τώρα τι ζημιά μπορεί να σου κάνουν τα γαμωβιβλία. Λες,
θα διαβάσω κάτι για να ξεχαστώ, κι έρχεται  η ανελέητη  ατάκα του συγγραφέα και σου λερώνει


όλο τον προορισμό σου. Άντε μετά  απ`αυτό να βρεις  το κουράγιο να αυτοπροσδιοριστείς.
Αλλά από την άλλη " η μόνη τίμια αντίδραση απέναντι στη ζωή είναι να τρέχεις έχοντας
επίγνωση της γελοιότητας του παιχνιδιού" Αρα δε με παίρνει  για χειρουργείο. Το πολύ-πολύ
να καπνίσω κανά τσιγάρο παραπάνω, κι αυτό μην  φανταστείς,  με τον παλιό ζήλο. Σαν να μου
τελειώνουν τα πράγματα, σαν να τα κηδεύω χωρίς να με πολυνοιάζει. Ο θάνατος είναι υπομονή

και γω που παριστάνω πως δεν με καίει με πιάνω κάτι βράδια να φτιάχνω κάτι σπέσιαλ
μονολόγους μ`αυτούς που φύγαν, και δεν εννοώ πάντα τους νεκρούς, αλλά μετά αρχίζει
να σφυρίζει στα αυτιά μου αυτό , και λέω, όχι ρε, να πάτε να γαμηθεί τε, δεν είναι δυνατόν
να περνάς όλη σου τη ζωή μαδώντας πούπουλα απλώνοντας τα πάνω στην μαύρη πίσσα
του μυαλού σου. Έχω καλύτερα  πράγματα να κάνω. Κι έτσι κατεβαίνω στο λιμάνι κι αγναντεύω

τα κύματα. Έχει γλυκάνει πολύ ο καιρός. Μοιάζει με καλοκαίρι, αλλά δεν είναι η τουλάχιστον
δεν είναι ακόμα. Τα ζευγάράκια εδώ θεριεύουν το βράδυ στα παγκάκια. Τι καταλαβαίνουν ο ένας
για τον άλλο, ούτε που το ξέρω. Τι όρκους αγάπης να ανταλλάσσουν άραγε που δεν θα κρατήσουν.
Ένα απ`αυτά τα ζευγαράκια,ο  άντρας ειδικά, μου πλάνταξε την καρδιά: είχε χωθεί στην αγκαλιά

της κοπέλας του και κυριολεκτικά πλάνταξε στο κλάμα. Μην μ`αφήνεις, της έλεγε, μην μ`αφήνεις.
και κείνη η άσπλαχνη, τίποτα, ασυγκίνητη, μα ούτε ένα δάκρυ να μην στάξει; σαν να μην την αφορούσε. Έτσι μου ρθε να την βουτήξω απ`το μαλλί "Είσαι ηλίθια παιδάκι μου; ήμουν έτοιμος
να της πω, αλλά σκέφθηκα, τι ψάχνεις. να βρεις στα ξένα βάσανα, δεν σου φτάνουν τα  δικά σου;


Στα παγκάκια πάντως μαθαίνεις, κάτι αξεδιάλυτο που λένε, αλλά μαθαίνεις. Έρχονται ας πούμε τύποι
απ`το πουθενά και σου συστήνονται. Άρης, σου λένε. Τι κάνετε. Να το χαίρεσαι λεβέντη μου
το όνομα σου, που αν δεν κάνω λάθος, ο αρης σημαίνει δυστυχία. Εκ του Αρος αν έχεις ακουστά.
Αρα την πούτσισες και μην τον κάνεις θέμα γιατί θα πονέσουμε και οι 2. Καλό παιδί ο αρης κι
οντως δεν το κάνει θέμα, απλώς ρωτάει  τι ρόλο μου εχει αναθέσει  η ζωή. Ακου τώρα ερώτηση.

Πονηρός στο βάθος ο Άρης. Με κόψε για κομάντος με ειδικότητα στο να φέρνω σε πέρας όλα
τα συναισθηματικά Βιετνάμ του κόσμου, και σου λέει, κάτσε να του αναθέσω ρόλο. Αλλά δεν
του κάνω τη χάρη. Άσε ρε Άρη, του λέω, δεν περισσεύει σάλιο από υπομονή, άντε στο καλό
γιατί εμένα που με βλέπεις άμα ταραχτώ πολύ τα κάνω όλα λαμπόγιαλο.Μην κοιτάς που δεν μου
φαίνεται. Έχω τους τρόπους  μου εγώ και σου πετάω το μαχαίρι εκεί που δεν το περιμένεις.

Η ν. μια κοπέλα που γνώρισα εδώ μου λέει πάντως ότι μου παει το Νησί. Μου βγάζει μια
ηρεμία .Να δεις μου λέει πως θα φύγεις ερωτευμένος από δω. Η μπορεί  και να μην φύγεις
Θα φύγω. Δεν είμαι εγώ για αποκλεισμούς. Άλλωστε όπου να ναι τελειώνει η αποστολή μου.
Να το πιστεύω άραγε ; Από την άλλη, όταν έχεις μείνει τόσο καιρό αδρανής, ένα βουνό από

παράπονα σκαρφαλώνουν πάνω σου απειλώντας να σε πνίξουν: που πήγες, που ξεχαστηκες,
πως άφησες να σου ξεφύγουν τόσα χρόνια. Κάνω πως δεν καταλαβαίνω. Περπατάω στα
σκοτεινά σοκάκια του νησιού παριστάνοντας τον τουρίστα φορώντας για πανοπλία τα ακουστικά
αψηφώντας όλες τις μαλακίσμενες σκέψεις. Καλά θα ήταν να ήσουν εδώ. Θα τα ξέρες όλα. Θα
μου λεγες που να προσέξω. Εγώ θα σε έβριζα. Γιατί θα είχες δίκιο. η μπορεί και να μην είχες
και να τα κατασκεύαζα όλα, μόνο και μόνο για να σου δώσω ρόλο ισχυρό. Ένα ρόλο νταντάς

της σκέψης μου, λίγο παραπάνω από το κανονικό. Μόνο και μόνο για να έχω τη χαρά να κλέβω
τζούρες  από τη δική σου σκέψη. κι ας είναι λιγότερο αποτελεσματική από τη δικιά μου.  Τα
βράδια θα κατεβαίναμε στη παραλία και θα μιλάγαμε ως το πρωί. Μια ηλιόλουστη τυρκουάζ
ευτυχία  τότε θα μας τύλιγε και θα ήμασταν ευχαριστημένοι που δεν είπαμε ψέματα  Εκτός απ`
αυτά που θα χα με επινοήσει για να μην πληγωθούμε. Κατά τα άλλα,θα αγαπιόμαστε. Κι ίσως
μ`αυτά και με κάτι άλλα που θα χάμε κατασκευάσει θα μέναμε για πάντα στο Νησί. Σαν ναυαγοί

που ήταν γραφτό να βυθιστούν στην ίδια ξέρα. Σαν να είμαστε ισόβια ερωτευμένοι και ευτυχείς.
Πες μου τώρα ποιός θα μπεί εμπόδιο στο όνειρο να τον διαμερισματοποιήσω. Το ονομα του και
ενα μκρό περίστροφο.Τα υπόλοιπα αφησέ τα πάνω μου.



.


















Τρίτη, 1 Απριλίου 2014


Πάντα αγαπούσα τους ανθρώπους που μέσα στην κάθε τους εξάρτηση, έβλεπαν και την
απόρριψη της, αλλά πιο πολύ αγάπησα αυτούς που έλιωσαν μέσα σ`αυτήν, για να μην
παραδεχτούν πως ήταν φταίχτες.

Πέμπτη, 27 Μαρτίου 2014

Παλιές εκόνες, ωραίες.

Τις ματαιώσεις τις έπαιρνα πάντα για αναβολές.
Έκοβα τους ελέφαντες μικρές μικρές μπουκιές για να κατέβουν.

Στη ζωή μου χόρτασα από πράγματα που δεν έγιναν·
χιλιόμετρα μακαρόνια με μια τρύπα στη μέση, με μια τρύπα γύρω γύρω.


 από δω


Κανείς δεν μπαίνει πια στις παλιές αναρτήσεις των μπλογκς. Το νιώθω, το αισθάνομαι.
Όλος ο χρόνος καταλώνεται ζιπαριστά, σαν να βιάζεσαι πως θα σου πεθάνει. Από το
ένα σόσιαλ, στο άλλο σόσιαλ, με ενδιάμεση στάση ίσως κάποιο τραγούδι, κάποια
φωτογραφία που σου κάνε εντύπωση, η κάποιο λάικ που σε κολάκεψε. Ο χρόνος
μπορεί να κάνει τη ζημιά του, αλλά ευτυχώς, αφήνει ανέπαφα μερικά λεπτεπίλεπτα
διαμαντάκια να σου μαρκάρουν την δική σου ζωή, υπενθυμίζοντας σου, πως όταν
κλείνεις τα μάτια σου, δεν σημαίνει πως δεν βλέπεις. Από την άλλη ο χρόνος μπορεί,
όταν και συ νιώσεις έτοιμος, να σε κάνει να χορταίνεις με τα λίγα. Αν τα μάτια είναι
η βάση της καρδιάς, τότε νομίζω, δεν υπάρχει  λόγος να γκρινιάζουμε. Ίσως να φύγουμε
και χορτάτοι.

Password.

Δυο καλοκαίρια ολόκληρα, όταν πήγαινα στο χωριό για διακοπές, εκλεβα δίκτυο από το γείτονα.
Στην αρχή  το είχε ανοιχτό, χωρίς κωδικό. Όταν κατάλαβε ότι κάποιος τον έκλεβε, έβαλε password.
Μια μέρα στο καφενείο τον ρώτησα την ημερομηνία γέννησής του, δήθεν ότι ήθελα να μάθω το
ζώδιο του. Γύρισα σπίτι και πληκτρολόγησα τους αριθμούς. Δυο καλοκαίρια έτσι κατέβασα μουσική.
Ως κι ευχετήρια κάρτα σκέφτηκα να του στείλω στα γενέθλία του. Σήμερα 19 Ιουνίου 2009, μόλις
πήρα την  άδειά μου, μπήκα στο λεωφορείο για το χωριό. Φτάνω και βλέπω απέναντι φέρετρο. Γνέφω
στη μάνα μου. "Πήγε άδικα, τόσο νέος". Ανέβηκα στο δωμάτιο μου, άνοιξα το λάπτοπ και πληκτρολόγησα το password: δούλευε ρολόι.


Το κείμενο είναι του Γιάννη Παλαβού, που κέρδισε χθες η προχθές, το βραβείο για το καλύτερο
διήγημα. Δικαίως. Άλλα και να μην είχε βραβευτεί θα τον παρασημοφορούσε η δική μου Ακαδημία.
Όπως και να χει, από έναν άνθρωπο που τον φωνάζουν και επίσημα Παλαβό, δεν έχεις παρά να
περιμένεις τα καλύτερα.

Πέμπτη, 13 Μαρτίου 2014

Aυτοί που καίγονται στη ζωή μοναδικά έχουν κάθε λόγο να  μην νιώθουν πουθενά κάψιμο.
κλικ

Δευτέρα, 3 Φεβρουαρίου 2014

                                                


                                                   
-Πως πάει; Ρώτησε ο τυφλός.
- Όπως τα βλέπεις! Απάντησε ο κουτσός. (Georg Christoph Lichtenberg, 18ο αιώνας)

Πέμπτη, 23 Ιανουαρίου 2014

Ξέρεις, ενα πράγμα είναι απολύτως αναγκαίο. Δεν πρέπει ποτέ, μα ποτέ, να τελείωνεις
πλήρως κάτι. Οταν κάποια στιγμή κάτι είναι τελειωμένο, ολοκληρωμένο και πλήρες, να
είσαι βέβαιος πως την επομενη στιγμή κάποιος θα σκάσει μύτη στη γωνία και θα
ουρλιάξει: Δεν μου λες, τι κοπροσκυλιάζεις ετσι εσυ; Δεν έχεις τίποτα να κάνεις;
Και να σαι κιόλας να καθαρίζεις καλλιόπες η στα χαρακώματα. Ετσι είναι. Οταν
κάτι τελειώσεις, σε τελειώνουν.


(Μιχαέλ ¨Αουγκουστιν, ετσι, για την ταύτιση)

Τρίτη, 21 Ιανουαρίου 2014




Είναι τρομερό να πέφτεις στα χέρια ενός ζωντανού θεού και να μην ενδίδεις.


Το σκέφτομαι μέρες, χωρίς να ξέρω ακριβώς το λόγο.

Τετάρτη, 15 Ιανουαρίου 2014

Ανθρακικό.



Κι ενώ η πόλη είχε αρχίσει να ξεστολίζει τα λαμπάκια της απο ολες τις γιορτινές φιέστες  εκείνος  καθόταν στο μισοπαγωμένο σπίτι του κι έψαχνε για κόκα κόλες στο άδειο του ψυγείο.
Δεν τον πείραζε που ήταν άδειο, έτσι κι αλλιώς δεν τον ενδιέφερε και πολύ το φαγητό,
όσο το ότι δεν είχε αυτές τις ρημαδό κόκα-κόλες  για να συνοδέψει το τσιγάρο του.Από
πάνω ακουγόταν φωνές, αλλαλαγμοί, κάτι γιόρταζαν, και του κάνε εντύπωση, γιατί ήταν

άνθρωποι λίγο σκυθρωποί, λίγο μετέωροι, με το ζόρι σου λέγαν καλησπέρα. Έτσι που
τους άκουγε να γελάνε του ερχόταν να ανέβει πάνω και να  σπρώξει με το έτσι θέλω
την πόρτα τους, και να γυρέψει με τσαμπουκά ανθρακικό. Μπα, αποκλείεται, σκέφτηκε.
Ο καλύτερος τρόπος για να σβήσεις τη δίψα σου και τη θλίψη σου είναι να την περπατήσεις.

Κι έτσι έκανε. Φόρεσε το παλτό του και τράβηξε το δρόμο του προς αναζήτηση περιπτέρου.
Αλλά ήταν αργά, κι έκανε κι ένα κωλόκρυο, ποιος ξέρει τι θα σκέφτονταν για αυτόν οι
άδειοι δρόμοι. Αλλά το θέμα ήταν η κόκα -κόλα, που δεν άργησε να βρεθεί μπροστά του.

Γιατί ήξερε: όλο και κάποιος θα διανυκτέρευε για ανθρώπους της περίπτωσης του. Η κυριούλα
του περιπτέρου τον κοίταζε καλά-καλά, όχι απαραιτήτως άσχημα, αλλά ούτε κι απαραίτητα
καλά. Ήταν κάτι στο ενδιάμεσο, ανάμεσα σε μια γλύκα, κι ενός κρυφού παραπόνου. Μήπως
γνωριζόμαστε? σκέφτηκε να της πει, πείτε μου, μπορεί να σας έχω πειράξει και να μην  το
ξέρω, για σκεφτείτε το λιγάκι, είναι ωραία βραδιά  για να σπάσουμε τη σιωπή μας, ελάτε,

αφεθείτε ελεύθερη, ίσως να μην μας δοθεί ξανά άλλη δυνατότητα να κοιταχτούμε, ελάτε που
σας λέω, μην κάνετε ότι δεν καταλαβαίνετε. Αλλά τίποτα. Η κυριούλα τον κοίταζε αγαλματωμένη,
χωρίς να αρθρώσει ούτε μια κουβέντα, έστω και για τα τυπικά  Και εκείνος, για να λέμε και
καμιά αλήθεια, δεν το προσπάθησε και πολύ, κι έτσι πλήρωσε τη κόκα- κόλα του κι απομακρύνθηκε
αθόρυβα. Την κρατούσε στα χέρια του, έτσι παγωμένη που ήταν κι αναρωτιόταν αν έπρεπε
να την ανοίξει τώρα, ετούτη δα τη στιγμή, η να την γλεντήσει με το τσιγαράκι του στο σπίτι.

Αλλά τον έπιασε μια δίψα, κάτι σαν σκοτοδίνη δίψας και την άφησε να λιποθυμήσει έτσι
παγωμένη που ήταν, όλη μέσα του. Τόσο πολύ δίψαγαν τα σωθικά του για ανθρακικό. Κι
αφού την στράγγιξε, κάθισε σχεδόν σαν χαζός  μπροστά σε μια βιτρίνα και κοιτούσε τα
ρούχα της. Είχαν ήδη αρχίσει οι εκπτώσεις, αλλά ποιος χέστηκε γι αυτές. Του έκανε εντύπωση
τα χρώματα. Για χειμώνας  παρα ήταν χτυπητά, μπλουζάκια, κόκκινα, κίτρινα, μενεξεδί, έκαναν
παρέλαση μπροστά στα γέματα  από φυσαλίδες μάτια του, κι αισθάνθηκε ξαφνικά, σαν μεθυσμένος
δερβίσης που δεν μπορεί να σκοτώσει  ούτε ένα  από αυτά τα χρώματα, έτσι για να χει να το λέει.

Και θα μένε εκεί εσαει, φυσαλιδωτά δεμένος, στον αιώνα τον άπαντα, μπροστά σ`αυτό  τον
παροξυσμό της πολυχρωμίας, αν δεν άκουγε κάποιες φωνές η κάποια κλάματα, δεν ήταν σίγουρος
τι από όλα ήταν, που τον τράβηξαν σχεδόν με βια από την βιτρίνα, και τον ανάγκασαν να στραφεί
στο σκοτάδι για να δει αυτές τις φωνές. Αλλά μπορεί και να μην τις έβλεπε. Τι σημασία όμως είχε.

Άκουγε τις φωνές τους. Εκείνη φαίνεται πως ήταν φορτωμένη παράπονα. Με γράφεις, του είπε
Όλο το βράδυ ήταν σαν να κοιτάζω έναν απόντα. Εκείνος  μάλλον πρέπει να θύμωσε και της είπε
αυστηρά. Όλος ο κόσμος μας γράφει ρε συ Μαριάννα, ακόμα κι ο χρόνος τι νομίζεις ότι κάνει?
Μας γράφει κανονικά στα αρχίδια του. και τότε άκουσε ένα εκκωφαντικό πλάφ μέσα στο σκοτάδι
και χαμογέλασε από μέσα του, γιατί φαντάστηκε ότι  θα την πότιζε με το ζόρι μπύρα για να πάψει 
να μιλάει, όχι σαν κι αυτόν που έπινε μέσα στο καταχείμωνο κοκακολίτσα. Που ακούστηκε.