Τρίτη, 2 Φεβρουαρίου 2016

Don't Do Me Wrong



"Είσαι Σερ, μου λέει ο κυριούλης του μπιστρό στο οποίο συχνάζω, πρέπει να σε προσέχουμε,
συνεχίζει, και εγώ αναρωτιέμαι αν κυριολεκτεί η αν μου κάνει πραγματικά πλάκα. Το πιο πι-
θανό βέβαια να μου κάνει όντως πλάκα η να με μπερδεύει με την γνωστή τραγουδίστρια.

Όλα είναι πιθανά να συμβούν στο Νησί. Βέβαια  εδώ που τα λέμε κι ο Σπύρος στη δουλειά
έτσι με έλεγε: όποιος με πλησίαζε και  ρώταγε το όνομα μου, εκείνος συμπλήρωνε σχεδόν
με θυμό:μα μιλάμε γιε ένα Σερ! Τι να απέγινε  άραγε. Ο Σπύρος μου θυμίζει πολύ τον Τεό

που γνώρισα εδώ. Κατοικείται κι αυτός από τα 3 Π:Παρθένος, Ποτηράκιας, Πολυλογάς. Να
οφείλεται άραγε στο ζώδιο η έφεση στην αυτοκαταστροφή; Θα πρέπει να ρωτήσω την Τζο
που ζει πια στην Αγγλία κι ήταν ειδική στη Υψηλή Τέχνη Του Διαμελίζομαι Οικειοθελώς.

Είναι μάνα πια, ελπίζω να χει εγκαταλείψει τις κακές συνήθειες. Πώς είναι άραγε να γίνεσαι
μάνα και να έχεις τον μυαλό σου την μπέκρα; Δεν έχω γνωρίσει ποτέ μου καμία και πολύ θα
το θέλα. Ο Τεό πάντως πιστεύει πως η κοινωνικοποίηση των ανθρώπων πρέπει να ξεκινάει
από τα μπαρ, πως δεν έχει καμία ουσία το να πίνεις μοναχός, και πως όταν κόβεις το τσιγάρο

είσαι ένα ποτό μείον. Αυτό το τονίζει το τελευταίο για λόγους αφύπνισης. Η μπορεί και να με
κοροϊδεύει στο βάθος που αρνούμαι να ενδώσω στην αυτοκαταστροφή η τουλάχιστον για αυτήν
που έχει στο μυαλό του εκείνος.Έχω την αίσθηση ο,τι  με κοροϊδεύει που δεν καπνίζω πια.μπορεί
βέβαια να με θαυμάζει για το θάρρος μου και την επιμονή μου στο να μην ενδωσω στον ψεύτικο
καπνό και να το κόψω μια κι έξω. Είναι περίεργο όντως το να μην καπνίζεις και μάλιστα όταν
πηγαίνεις σε μπαρ. Όταν κρατάς ένα τσιγάρο είναι σαν να κρατάς έναν κόσμο ολόκληρο. Έτσι
πίστευα παλιά, αλλά και τώρα το ίδιο πιστεύω. Που και που βέβαια γλιστράω ξανά στην πικράδα
του, αλλά μετά ξεχνιέμαι, θυμάμαι πως δεν πρέπει πια, κι αποσύρομαι. Ο Τεό εκεί, αμετανόητος.

Καπνίζει σαν να έχει μπροστά του ολόκληρες ζωές κι όχι μια, κι αυτή ελαφρώς κουτσουρεμένη.
"Το ξέρεις του λέω ότι σε 20 χρόνια δεν θα υπάρχουμε; τι νομίζεις ο,τι είναι το παιχνίδι; μερικές
δεκαετίες, αν σταθείς φυσικά τυχερός," Μιλάμε για τις ζωές μας σαν να πρόκειται για διασκευή
που θα ανέβει σε ένα μεγάλο θέατρο και οι ηθοποιοί θα ναι μουγκοι, έτσι μου μοιάζει, κι ο Τεό

γίνεται πικρός, αρχίζει να κατηγορεί τους πάντες, την μάνα του τον πατέρα του, κάτι ξέμπαρκους
περαστικούς. Αρκεί να ειπωθεί μια λάθος λέξη κι όλα να πάνε κατά διαόλου. Οι άνθρωποι στο
Νησί δεν παραδέχονται κανένα, και είναι λογικό αν το καλοσκεφτείς. Δεν πάν να σε λένε Θεό
η Τεό, άμα σε βρει η στραβή, δεν συγχωρείς κανένα.Έτσι λοιπόν, όπως και στην αληθινή ζωή
όλοι μιλάνε για όλους με απαξίωση και συχνά με φθόνο.Ακόμα κι ο Τέο. "Έτσι λες και για 
μένα πίσω απ' την πλάτη μου; τον ρωτάω λιγάκι προβοκατόρικα, γνωρίζοντας ίσως εκ των

προτέρων την απάντηση:"Εσύ είσαι Σερ. Εσύ είσαι άλλο."ίσως να φταίει τελικά η έλλειψη
έρωτα για την τόση πικρομουνιάση. Τόσο καιρό εδώ πέρα, είναι απορίας άξιο που δεν
γνώρισα ούτε ένα ελάχιστο δείγμα έρωτα. Το χω πραγματικά καημό να γνωρίσω κάποιον
η κάποια και να του έχει φύγει το κεφάλι από νταλκά. Μάλλον παίζουμε στα ψέμματα. Ίσως

να μάστε κακομαθημένα παιδιά με πόζα και σοβαρό πρόβλημα ενηλικίωσης. Τι σκατά
παριστάνουμε, λέω στον Τεο, αλλά δεν μ`ακούει πια: έχει  βυθιστεί στη δίνη του.
Το ποτό έκανε τέλεια τη δουλειά του, τουλάχιστον είναι ήσυχος, σιωπηλός, έχει βυθιστεί

όμορφα μέσα του, δεν κάνει τις τρέλες που κάνουν οι άλλοι άνθρωποι και ιδίως οι Βόρειοι


Το θυμάμαι πολύ καλά εκείνο το ταξίδι.
Ήταν καλοκαίρι του 11, ακόμη η Νορβηγία δεν είχε ανατιναχτεί, και οι άνθρωποι διψούσαν
για φθηνό αλκοόλ, κι έτσι ταξίδευαν για λίγες ώρες για να εφοδιαστούν με ισχυρά όπλα για
να μπορέσουν να πατήσουν κάτω αυτό το τέρας που λέγεται Νορβηγικός Ευατός απέναντί
στη γκρίζα χλωμή πραγματικότητα που δεν τρώγεται με τίποτα.Ίσως να φταίει ο καιρός που

οι άνθρωποι χλώμιαζουν και δεν βρίσκουν καμιά δικαιολογία για να μείνουν ζωντανοί. Ίσως
πάλι να μην φταίει τίποτα και να τους νικάει απλώς ο κακός τούς ευ ατός. Το θυμάμαι εκείνο

το ταξίδι με μια σχετική λύπη: ήταν πρωί, γύρω στις 10, και τα μικρά Νορβηγικά Προβα
τακια βελάζαν από ανία και βαρεμάρα περιμένοντας να ανοίξει το μπάρ. Ήταν ο αφελής
ευατός μου που ζητωκραύγαζε σιωπηλά πως αυτοί οι φιλήσυχοι νοικοκυραίοι περίμεναν
για καφέ, αντι για δεκάδες μπουκάλια κρασί. Που να φανταστώ πως γυρεύαν να κολυμπή
σουν μέσα σε βαθιά χύτρα  πνιγμένη σε αλκοόλ. Μιλάμε για λίτρα, χιλιόμετρα ολόκληρα.

Για πότε μεταμορφώθηκε η σιωπηλή άμορφη μάζα, σε ένα  πολύχρωμο πολύβοο
αλκοολικό μελίσσι ήταν ζήτημα πραγματικά πολύ περιορισμένου χρόνου. Τα τραγούδια
και οι χοροί έδιναν και έπαιρναν, οι γυναίκες ξεσάλωσαν, άρχισαν να ουρλιάζουν, τα
δε μικρά παιδιά τους, σαν να τα είχαν κι αυτά ποτίσει από ωραίοτατο Νορβηγικό κρασί

κι το Γλέντι άναψε για τα καλά. Και μείς στη γωνιά μας, οι μοναδικοί παρίες από το
Ελληνογκρίς, ρουφάγαμε τον καφεδάκο μας, κάνοντας προσευχές για να μην χαθούμε
μέσοπέλαγα, από ένα μοιραίο λάθος, η από ένα μοιραίο ποτό. Γιατί τα χουν αυτά οι
καπετάνιοι, και ιδίως οι αλκοολικοί. Αλλά τελικά όλα πήγαν κατ'ευχήν, και με την
θέληση ολωνών ξεχάστηκαν όλα. Από τότε έχουν περάσει χιλιάδες χρόνια, αλλά
πάρ'ολα αυτά κάθε φορά που βλέπω καραβάκι εδώ στο Νησί, μου ρχέται στο μυαλό

αυτή η ζαβή ιστορία, κι όσο  κι να με θλίβει λίγο στην άκρη της, στο βάθος της βαθιά
με κάνει να χαμογελώ.









Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2016

Ανυπεράσπιστες αγάπες


Μισούσε τα νύχια.Τα εκοβες και συνέχιζαν να μεγαλώνουν, τα ξαναέκοβες και σε μια βδομάδα
πάλι περίσσευαν. Κολλημένα στο τρυφερό ανυπέρασπιστο δέρμα-σαν προβιά χωρίς τρίχες- μεγα
λωναν μόνα τους, ενώ τα δάχτυλα έμεναν ίδια υπομένοντας το σκληρό καύκαλο που μάκραινε
εν αγνοία τους. Αν υπήρχε εξέλιξη, αν οι θεωρίες του Δαρβίνου ήταν σωστές, γιατί τα νύχια

είχαν παραμείνει; Γιατί δεν είχαν εξαφανιστεί μαζί με τις ουρές και το τρίχωμα; όλος ο μακρύς
διάδρομος του φάνηκε ζωγραφισμένος με νύχια βρώμικα σκαλιστά στον τοίχο. Οταν ήταν μικρός
η μητέρα του του τα έκοβε σύρριζα, τον ακρωτηρίαζε, για πολλή ώρα μετά υπέφερε, δεν μπορούσε
να πιάσει τίποτα, προχωρούσε στο σπίτι με σφιγμένες γροθιές. Κι αυτά τα μισοφέγγαρα από κομμ
ενα νύχια...μερικοί τα φύλαγαν ως κειμήλιο, τα άφηναν ή δήθεν τα ξεχνούσαν στην άκρη του  κομ
οδίνου ή πλάι στη λεκάνη, κίτρινα μισοφέγγαρα, άλλοτε μαλακά σαν καουτσούκ, άλλοτε άκαμπτα

σαν κόκαλα.Κάποτε μια υπηρέτρια ξεσκόνισε το τραπέζι με γρήγορες κινήσεις, τότε τα είδε, πως
μπορούσε να μην τα δει, ένας σωρός από δαύτα αν και κανονικά θα πρεπε να ήταν μόνο δέκα όσα
τα δάχτυλα, η υπηρέτρια ξεσκόνισε με επιμέλεια, αλλά καθώς επίτηδες τα αγνοούσε, το χέρι της με
το ξεσκονόπανο πέρασε αρκετές φορές δίπλα τους και τα απέφυγε προχωρώντας προς άλλη κατευθυ
νση, μεγαλώνοντας το μαρτύριο του, μέχρι που με μια αφηρημένη  κίνηση, πράγματι αφηρημένη;

τα έσπρωξε σκορπίζοντας τα στο πάτωμα. Τον είχε πιάσει ναυτία.  Τώρα πια δεν θα μπορούσε ποτέ
να τα μαζέψει. Τώρα οποιαδήποτε στιγμή εκείνος θα μπορούσε να περπατήσει πάνω τους περπατώ
ντας ξυπόλυτος. Και πως λέγονται αυτά τα μυτερά σκαθάρια που φυτρώνουν ανάμεσα στο δέρμα
και το νύχι; Παρωνυχίδες.


(Έρση Σωτηροπούλου
                             Τι Μένει Από Τη Νύχτα)

Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2016

Εσείς που ξυπνάτε.



Πολυαγαπημένη μου, σε χαιρετώ. Ήθελα από καιρό να σου γράψω, να μάθω πως περνάς και πως ζεις
αλλά ντρεπόμουν, γενικά ντρεπόμουν για όλα, αλλά αυτό ας μην το κάνουμε θέμα Μαργαρίτα.
Για την ώρα, γιατί μετά, δεν ξέρεις πως θα μου τη δώσει, γιατί έτσι και μου τη δώσει, γίνομαι πολύ
ξεδιάντροπος. Αλλά ας κρατηθούμε από τα προσχήματα.η από τα βιβλία. Για να σου πω την αλήθεια

προτιμώ τα δεύτερα, είμαστε άλλωστε σε μια ηλικία που δεν μας χρειάζεται κανένα είδους πρόσχημα
αρα ας μπούμε κατευθείαν σ`αυτό που πονάει πιο πολύ, δηλαδή σε ο,τι δεν αντέχουμε. Πολύ ανθρωπίλα ρε συ Μάργκαρετ, έχει βρομίσει ο τόπος από ανθρωπίλα καμμένη, μεταφορικά και κυριολεκτικά. Αρα μπορείς να θεωρείς τον ευατό σου έως και τυχερό που δεν βιώνεις τέτοια ήττα.

Αλλά από ήττες εσύ, άλλο τίποτα. Μην κοιτάς τώρα που έχεις ενσαρκωθεί σε ρωγμή και καμαρώνεις
μέσα  από τα χαλάσματα. Τυχερή Ρίτα. Ακόμα κι από τη χώρα του Ποτέ-Ποτέ  εσύ διδάσκεις.
Δεν ξέρω ρε συ φιλενάδα, αλλά πολύ σε ξαναγαπησα. Διάβασα ξανά βλέπεις την μαγική βιογραφία σου, και θαμπώθηκα.Από πιο πλανήτη κατέβηκες ρε συ, πες μου ένα όνομα κι εγώ θα το πιστέψω.
Πονεμένο μου, στενάχωρο πλάσμα που δεν σε πίστευε κάνεις."Μην γράφετε Δεσποινίς Ντυράς
Είστε ατάλαντη" σου γραφαν τότε τα ανίδεα μόγγολα. Κι εσύ τι τους έλεγες πως μπορούν να πάνε
να γαμηθούν. Εγώ θα γράφω, γιατί πρέπει να γράφω, γιατί δεν υπάρχει γιατί. Άλλωστε πίστευες πως
το γράψιμο δεν είναι επάγγελμα, αλλά υποχρέωση. Δεν σε κατάλαβαν στην πατρίδα σου, αλλά
σάματις κατάλαβαν κανένα στην ώρα του; Για ρώτα τι έπαθε ο Ταρκόφσκι.Τον ξέσκισαν οι σύμμαχοι
"Παρατά τις μηχανές σύντροφε, και πήγαινε να δουλέψεις σε κανά εργοστάσιο."Καλά μην σου πω

τι κάνανε στον Μούζιλ. Η στον Όσιμα. Δεν θα σου για τον Ταχτσή και κουφαθείς εντελώς, που πούλησε το σπίτι του ο καλλιτέχνης για να εκδώσει το Τρίτο Στεφάνι, για να του πει μετά η πατρίδα
πως δεν τον χρειάζεται.Αλλά έτσι είναι χρυσό μου παιδί:το μέλλον αποστομώνει τους προφήτες.



Όλα στράφι πήγανε καλή μου, δηλαδή τι να σου πρωτοπω για αυτό το έγκλημα,και τι  να ομολογήσω.
Είναι σαν το τραγούδι που λέει, δεν ξέρω άμα το ξέρεις, κοιμήσου εσύ κι εγώ θα ονειρεύομαι, σαν ήσυχος θεός θα εκπορεύομαι. Και τι κάνει ένας ήσυχος θεός Μαργαρίτα μου όταν τον αφήσεις στο πολύ λάσκα; Άσε μην πεις, θα σου εγώ: θα στα κάνει όλα πουτάνα, γιατί θεός είναι, θα κάνει ο,τι
του καυλώσει. Πάρτο εσύ αυτό τώρα αυτό και δώστου μια προέκταση ποιητική, αλλά με μια εσάνς
ξεφτίλας. Γιατί ξεφτίλα είναι αυτό που ζούμε από όποια πλευρά να το δεις. Σε φαντάζομαι να γεννι
οσουν ας πούμε σήμερα και να γράφες  το Φράγμα στον Ειρηνικό, η τα Αλογάκια της Ταρκίνια. Τι θα λέγαν οι σκατόμυαλοι. Αυτοί που βγαίνουν με τις κλαρωτές ρόμπες  σε όλα τα σόσιαλ, ξέρεις.

Αλλά κι αυτό το θέμα με τη μάνα σου πια. Τι ανελέητο κυνηγητό Παναγιά μου. Τελικά έχω καταλήξει
ο,τι πως, όπως και να σε λένε, ο,τι ζωή κι αν ονειρεύτηκες να κάνεις, πάντα θα υπάρχει μια μάνα
από πίσω σου να σου τραβάει την ουρά. Είχες γεράσει, ήσουν λιώμα απ`το αλκοόλ, κι όμως ένιωθες
την σκιά της να σε βαραίνει. Την φοβόσουν, ακόμη και νεκρή την φοβόμουν, ίσως πιο πολύ από τι
ήταν ζωντανή. Η στιγμή που της πήγες το πρώτο σου βιβλίο τυπωμένο θα πρέπει να ήταν δραματική.

Σαν να πέρναγε εξετάσεις ολόκληρη η ύπαρξη σου. Καημένη Μαργαρίτα, 40 χρονών γαϊδάρα κι
ο ίσκιος της μάνας σου σε κάνει να τρέμεις. Θα πρέπει να ήταν κάτι το συγκλονιστικό:η εικόνα
μιας κόρης απελπισμένης που περιμένει σαν ερωτευμένη νεοφώτιστη την ευχή της μάνας. Την
αποδοχή της. Αλλά που τέτοια τύχη. Δεν θα καταλάβει τίποτα και θα σε βρίσει ο,τι την πρόδωσες.
Ο,τι την ξεπουλήσες. Μια μάνα μόνη να παλεύει με την φτώχεια και τους αποικιοκράτες, και τον
αδελφό σου, αυτόν τον μεγάλο αλήτη, τον μεγάλο έρωτα της, γιατί έτσι είναι οι γιοί:προσφέρονται
μόνο για έρωτα, αλλά και για να δέρνουν την μικρή τους αδελφή. Ο σουρεαλισμός στη ζωή σου
εγκαταστάθηκε πολύ νωρίς στη ζωή σου, γιατί αν δεν είναι σουρεαλιστικό στοιχείο να σε πουλάει

η μάνα σου σε έναν πλούσιο Κινέζο για να μπορέσει να σας σώσει,τότε τι είναι; Αλλά αν το καλοσκεφτείς, σουρεαλιστικό είναι κάτι που σε διασκεδάζει, αλλά και σε κάνει να καταλαβαίνεις
ο,τι δεν ζεις στον καλύτερο από τους δυνατούς κόσμους. Τι ήσουνα τότε αν το καλοσκεφτείς;
Ένα παιδί παραπεταμένο, και τι κάνουν αυτά τα παιδιά;στήνουν μπαλωμένους ιστούς τρυφερότητας
για να σε ξεγελάσουν. Αλλά έρχεται η πραγματική ζωή, και τότε λες γκουντμπαί σε όλα.



Νίκησε η τσοκάρίσια ζωή ρε συ Μαργαρίτα και θα τρελαθώ. Άλλοι πάνε από σφαίρα, κι άλλοι
από καθαρό ατόφιο τσόκαρο. Δικαιοσύνη σου λέει μετά. Κάτι ήξερες εσύ και το ριξες από νωρίς
στην μπέκρα. "Πρέπει να καταστρέψουμε την ίδια την ιδέα της αγάπης, για να μάθουμε με ένα
καινούργιο τρόπο να αγαπάμε" έλεγες μέσα στο παραλήρημα σου κι έχεις δίκιο, εσύ που δαφνο
στεφανώθηκες από λάτρεία κι ερωτα. Μά πάνω απ`όλα η σάρκα. Η μήπως ηταν το πιοτό;

ίσως για όλα να φταίνε οι μανάδες, γιατί πως αλλιώς να δικαιόλογήσω την επιμονή της μάνας σου
στο να μάθεις να πίνεις, οντας 15 χρονών. "Πρέπει να μάθεις να πίνεις μπύρα. Εκεί που μεγάλωσα
στο Βορρά ολα τα κορίτσια επιναν, πρέπει να μάθεις κι εσυ να πίνεις, πρέπει! Σχεδόν σε διέταξε.
Πως να μην γίνει ο μεγαλύτερος γκόμενος σου; Και θα χες πεθάνει αν δεν σε είχε περισυλλέξει
ο τελευταίος ερωτας, ο μικρούλης Γιαν, ο γλυκός ομοφυλόφυλος άνδρας που σ`αγάπησε οσο
τίποτα αλλο στο κόσμο. εν τω μεταξυ, οσα χρόνια λείπεις ο κόσμος παρέμεινε μαλάκας και κουλός, οπως είχες προφητέψει, οι ανθρωποι έπαψαν πια να διαβάζουν βιβλία, οχι πως διάβαζαν και  ποτέ

η Αριστερά απέτυχε, οι φασίστες μπήκανε στην πρώτη γραμμή, η Γαλλία του Μάη του 68  που
ονειρεύτηκες πως θα αλλάξει τον κόσμο είναι πια για κλάμματα και τελείως για τον πούτσο, αρα
πρέπει να νιώθεις τυχερή σχεδόν που δεν ζεις, μην σου πω και προνομιούχα. Σαν να σας ακούω
όμως απο τα βάθη του τίποτα σας να μονολογείτε, φαντάζομαι για αντιο :δεν ξέρουμε που πάμε
αλλά αυτός δεν είναι λόγος για να μην πάμε. Εστω κι αν είναι να πάμε στο διάολο.


   Αντίο Κυρία Μαργαρίτα. Θα τα ξαναπούμε πάλι σε 5 χρόνια.


Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2015

Τα γλυκά


Ήταν βράδυ την ώρα που τον είδε και του κόπηκε η ανάσα, κρατούσε ένα κουτί γλυκά για μια δύσκολη ώρα, και σκέφτηκε αστραπιαία, να τη η δύσκολη ώρα, κάθομαι επί τόπου στο πεζοδρόμιο
και ξετινάζω όλη τη ζάχαρη μέσα μου. στα αρχίδια μου όλα. Να γαμηθεί ο μαλάκας. Έρχεται μετά
από 10 χρόνια μπροστά μου και μου ποζάρει σαν απρόοπτο. Ε όχι ρε φίλε, δεν θέλω. Εντάξει, μην

λέμε μαλακίες: θέλω. Αλλά δεν θέλω να το καταλάβει ότι το θέλω τόσοοο πολύ. Λίγο. Να σε δω
λίγο. Να υποκριθώ απουσία. Λίγο. Όλα στο πολύ σιωπηλό. Να μην μας καταλάβουν. Μην γίνουμε
ρεζίλι αναδρομικά. Έρχεται λοιπόν κοντά σου. Φιλιόσαστε. Εσύ απ έξω ατάραχος. από μέσα φυσικά
τρέμεις. Αν δεν είχες κόψει το τσιγάρο τόσο καιρό, θα κάπνιζες επί τόπου 2 κούτες.

Γελοίο υποκείμενο. Μετά από τόσα χρόνια ακόμη παραμιλάς, μετά από τόσα χρόνια  δεν λες
να ξεχάσεις. Σου λέει πως φεύγει μετανάστης, κάπου βαθιά στο Καναδά. σκέφτεσαι Καναδά
κι ανατριχιάζεις; το μωρό μου σκέφτεσαι, θα πάει στον Καναδά να πλένει πιάτα, το δικό μου
το μωρό, που δεν είναι πια μωρό, αλλά ένας πάρα λίγο πενηντάρης, γαμώ τα μνημόνια σας
και  γαμώ την φτώχεια μου, ρε, ξέρετε τι μωρό σας στέλνω; Αυτόν που βλέπετε εγώ τον είχα

αγαπήσει πολύ, δηλαδή και τώρα τον αγαπάω, μην λέμε και μαλακίες,αλλά τις μεγάλες μας
αλήθειες, πουθενά, ούτε στον ευατό μας δεν τις αποκαλύπτουμε, γιατί είμαστε αδύναμοι και
κακομαθημένοι, και γενικά όλα στα αρχίδια μας, αρκεί να υπάρχει  μπόλικη καψούρα για να

μπορούμε να  αντέχουμε -

Αυτό δεν αντέχεται, σκέφτεται. Τον βλέπει να κρατάει αυτή τη μεγάλη βαλίτσα και του ρχεται
να βάλει τα κλάματα, αλλά πιο πολύ του έρχεται η ωραία εικόνα, γιατί βλέπεις οι άνθρωποι δεν
σκέφτονται με ιδέες, αλλά με εικόνες, κι όσο πιο μεγάλη κι ωραία είναι  μια εικόνα τόσο πιο πολύ
κοντά είσαι στο δρόμο για την υλοποίηση της. Αρκεί να γουστάρεις και να έχεις πολύ  μεγάλο
απόθεμα καψούρας. Για όλα. Σκέφτεται λοιπόν να του πει, πετά την βαλίτσα, η δώστε την σε

κάποιο περαστικό, κάποιον που να χει πολύ ανάγκη. Εσύ δεν έχεις ανάγκη, η τουλάχιστον δεν θα
πρεπε να έχεις. Εσύ είχες πάντα εμένα. Μην κοιτάς που δεν το ξέρεις. Κοίτα, τώρα θα πάμε σπίτι

και συ δεν θα ρωτήσεις τίποτα. Αλλά ούτε και γω θα ρωτήσω. Δεν χρειάζεται. Θα ανάψω
το θερμοσίφωνα, θα σου φέρω καινούργια ρούχα να φορέσεις, θα είσαι όμορφος, υπομονετικός
θα είσαι όλο το από κει και πριν σου, γιατί έτσι είναι οι άνθρωποι, δεν αλλάζουν, κι όπως θα κάτσεις
στο καναπέ, θα ανάψουμε την τηλεόραση, και θα αρχίσουμε να μιλάμε κανονικά σαν να μην έχει

προηγηθεί τίποτα, καμιά συντριβή, κανένας πόνος, καμιά χρονική απουσία, και κείνη τη στιγμή
θα μου το πεις; φέρε το κουτί με γλυκά που πήρες. Θέλω λιγάκι να χαθώ

Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2015

Το ατύχημα.


Με κρατάει από τον ώμο στην αρχή, καθώς βγαίνουμε απ το ασανσέρ. Ύστερα με παίρνει αγκαλιά
50 χρονών σχεδόν, αλλά τα μάτια του ακόμη φοβισμένα. Πότε θα ενηλικιωθείς; του λέω. Μάτια μου.
Με κοιτάζει με παράκληση. Μάλλον ποτέ υποθέτω. Περπατάμε, δηλαδή ένας θεός μόνο μπορεί να
το πει αυτό, και μάλλον κουτσός, αλλά εμάς τι μας νοιάζει, εμείς παριστάνουμε  πως περπατάμε.


Κάνουμε μικρά επίπονα βήματα κι αγκομαχαμε, δηλαδή εσύ αγκομαχάς, αλλά εγώ πονάω  περισσό
τερο. Κάτσε να  κάνουμε μια στάση να ανασάνεις. Να το σκεφτούμε αδελφέ μου. Να το εξηγήσουμε
με κάποιον τρόπο ώστε να φαίνεται στα μάτια μας. Αλλά θα μου πεις πως η όραση είναι παραπλανι
τική αίσθηση. Συνήθως βλέπεις ο,τι δεν μπορείς να απολαύσεις. Δεν πειράζει όμως. Στο κεφάλι μας
βρίσκονται οι άλλοι. Εμείς βρισκόμαστε μέσα στη καρδιά μας, σου λέω, αλλά απάντηση δεν παίρνω.

Φαίνεται πως η απάντηση κατοικεί μέσα στη καρδιά σου, σε ξέρω εγώ, δεν με ξεγελάς. Έχεις σκάψει
μέσα σου ένα τεχνητό τούνελ ανάρρωσης, ίσα-ίσα για να μπορείς να ψευτοπείσεις τον ευατό σου
πως μια μέρα ίσως και να γιατρευτείς. Αλλά θα γίνεις καλά, το χω δει στον ύπνο μου, όπως κι αυτό
το ατύχημα, όλα τα χω δει, και με τον τρόπο μου, τα είχα ζήσει πριν τα ονειρευτώ. Και τώρα, τι;

Μισοπερπατάμε, μισοσπασμένοι. Η "σάκα σου" 'εχει ξεκολλήσει βλέπεις, χρειάζεται να πάμε στον τεχνικό  για επιδιόρθωση, κι εκεί πηγαίνουμε, με λυπημένη κούραση, ιδίως στο βλέμμα, αλλά
πηγαίνουμε. Κι όπως πηγαίνουμε μάγκα μου, κι όπως γίνομαι  το χαλί για να μπορέσεις να
πατήσεις για να φτάσεις στην τεθλασμένη σου, μου σκάει ανεξήγητα, Ένας Χριστιανόπουλος
και με κάνει λιώμα, κι εκεί μέσα είναι όλη μας η ζωή, φίλε: να μου δώσεις δύναμη να μην είμαι
ράκος, να σου δώσω συντριβή  να μην είσαι μούτρο. Κι ετσι απαλά, ανατινάζομαι.


Τετάρτη, 8 Ιουλίου 2015

Because


διακόπτουμε την πεντάμηνη σιωπή μας για να αποτίσουμε φόρο σ αυτή την ακριβή φωτογραφία,
κι αυτό που την κάνει ακριβή, δεν είναι τα χρώματα, δεν είναι το απόκοσμο που την περιβάλει,
όσο η αίσθηση της αιωνιότητας, μια αίσθηση τόσο μεταφυσική, που νομίζεις ο,τι θα σου κοπεί η
ανάσα μόνο κοιτάζοντας την. Ευλογημένοι να στε τέκνα μου. Αν είστε πεθαμένοι η κοιμάστε, λίγο
με νοιάζει. Αν έχετε σκοπό όμως να ξυπνήσετε, κι έχετε δει κανά καλό όνειρο, πέστε το και μας,
για να δούμε αν φτουράμε έστω και σαν ονειροφάντες.

Τετάρτη, 1 Απριλίου 2015

Never Give it Up



Τον περιμένω κάτω να κατέβει  με υπομονή. έχει να βγει στο κόσμο μήνες, ίσως και χρόνια.
Κουτσαίνοντας και με λίγη καλή θέληση τα καταφέρνει. Με κρατάει αγκαζέ και περπατάμε.
Με προστατεύει σαν αδελφός. Στα φανάρια βάζει το χέρι του σαν απλωμένη κουβέρτα και με
σκεπάζει. Δεν πρέπει να με βρει κανένα κακό. Στα αλήθεια ανησυχεί για μένα. Παρότι είναι
άρρωστος, ψάχνει μέσα του να βρει ένα τεχνητό τούνελ ανάρρωσης . Ίσως μια μέρα γίνει καλά

Ποιος ξέρει. ίσως μια μέρα θυμηθεί πως η αποχή του από τη Ζωή συνδέεται με αυτό που τον
πόνεσε. Τι σε πόνεσε μωρό μου; μίλα στο γιατρό. Δεν μιλάει, δεν λέει τίποτα. Ίσως να έχει
αμνησία. Ίσως κάποτε να αγαπούσε τη Ζωή και να το ξέχασε, όπως ξεχνάς και τη πλοκή  ενός
μυθιστορήματος που κάποτε αγαπούσες. Πηγαίνουμε προς τη θάλασσα, αμίλητοι, αλλά μέσα
μας βαθιά χαμογελάμε. Ίσως γιατί έχουμε πειστεί πως έτσι είναι η Ζωή, έχει και χελώνες.

Στο πρώτο παγκάκι που συναντάμε καθόμαστε με ανακούφιση. Ο ήλιος μας χτυπάει  στη καρδιά.
Δεν προλαβαίνω να του γελάσω, κι ανάβει τσιγάρο. Θα γίνουμε καλά, μια μέρα, δεν θα γίνουμε;
τον ρωτάω. Ναι, μου λέει, θα γίνουμε, γιατί να μην γίνουμε; Αφού μας το χρωστάνε.