Δευτέρα, 2 Δεκεμβρίου 2013

Το ξέρεις πως δεν είναι ψέμα.


Kαμιά  Μοσχολιού δεν μπόρεσε να υποκαταστήσει το πρώτο λερωμένο σου φιλί.

κλικ

Τρίτη, 19 Νοεμβρίου 2013

Για τη τιμή ενός Τάλγκο.


Ωραίος αυτός ο κήπος που βλέπω. Αν ήμασταν τώρα μαζί σίγουρα θα τον χαζεύαμε.Τα κυπαρίσσια
απέναντί μας χαιρετάνε. Ωραία τα κυπαρίσσια. Λεβέντικα. Παρηγορητικά. Ούτε πονάνε,ούτε λαλανε
Για αυτό τα φυτεύουν στα νεκροταφεία: για να διδάσκουν αξιοπρέπεια στις οικογένειες. Καμιά μέρα
αν έχεις όρεξη θα σε πάω βόλτα. Ο Κάφκα έλεγε πως το πράγμα που κάνει όταν επσκέφτεται για
πρώτη φορά μια πόλη, είναι να πάει να δει το νεκροταφείο της και το τσίρκο της. Δεν νομίζω να
φοβάσαι. Οι περισσότεροι άνθρωποι αποφεύγουν να επισκεφτούν ένα τόσο ειρηνικό μέρος. Οι
πόλεμοι κανονικά εκεί θα πρεπε να διαλέγονται για να γίνουν. Η ήττα αποκτάει άλλο νόημα όταν
πατάς το μαλακό τους έδαφος. Εγώ όταν δεν είμαι καλά εκεί πηγαίνω. Αν με πλήρωναν κιόλας
στο να πηγαίνω να ανάβω τα καντήλια, θα το κάνα πολύ ευχαρίστως.. Ήξερα μια γυναίκα που
έκανε αυτή τη δουλειά για πάρα πολλά χρόνια. Πήγαινε κατά τις 3, άναβε καμιά εκατοστή καντήλια
κι έφευγε κατά τις 6. Ξεκούραστη δουλειά, δεν έχεις κανένα πάνω απ`το κεφάλι σου, και τα λεφτά
πάντα κάθε μήνα. Πληρώνουν οι οικογένειες που βαριούνται να πάνε να ανάψουν το καντηλάκι του
μακαρίτη. Εδώ που τα λέμε, τι να πάνε να κάνουν. Πόσο να κλάψεις σ`αυτή τη ζωή. Κάποια στιγμή
στεγνώνουν και τα κλάματα, και λες, δεν θέλω άλλο μωραδελφάκι μου, αφήστε με στην ησυχία μου.
Θέλω να ξεχάσω. Και ξεχνάς, κάποια στιγμή ξεχνάς, όχι τελείως, μην λέμε κι ότι θέλουμε. Πάντα
ένα μικρό υπόλοιπο στη φυλάει, και την πιο ακατάλληλη στιγμή, σου τραβάει το χεράκι και σου λέει:
Ει μάστορα, για κελ μπουρντάν, για ελα εδώ να λογαριαστούμε. Και συ πηγαίνεις σαν τον αφελή, σαν
τον τελευταίο βλάκα, πιστεύοντας πως αυτός που σε καλεί θέλει να σε κεράσει παγωτό. Εγώ πάντως
όταν με κάλεσαν δεν πήγα. Τι να πήγαινα να μάθω που δεν το ξέρω. Την τρίτη δηλαδή δεν πήγα. Τις
άλλες δυο πού πήγα το κάνα μόνο και μόνο για να βελτιώσω την πτυχιακή μου. Να, βάλε με τώρα
να γράψω πρόχειρο διαγώνισμα για την Απώλεια και να δεις πως θα μείνουν άλαλα τα χείλη των
καθηχηταράδων. Τι να μας πουν κι αυτοί. Ανθρωπάκια σου λέω. Το τι μίσος που τους έχω. Εκείνος
ο μαθηματικός. Ακόμη τον βλέπω στον ύπνο μου πως με βασανίζει. Ευτυχώς όμως πέθανε, και η
ανθρωπότητα το γιόρτασε κατά πως του άξιζε: ένα κάθαρμα λιγότερο, είπαν όλοι οι άνθρωποι που
βασάνιζε, και για να γιορτάσουν αυτό το χαρμόσυνο γεγονός, αγόρασαν ρεφενέ γουρουνοπούλα
και σαμπάνιες και έκαναν τσιμπούσι πάνω από το φρεσκοσκαμμενο τάφο του. Σου μιλάω για τρελό
γλέντι. Μιλάμε για τον απόλυτο διονυσιασμό. Εγώ δυστυχώς δεν παρεβρέθει και είναι κάτι  που
το φέρνει βαρέως η συνείδηση μου. Πήγα όμως στο μνημόσυνο, ξέρεις στα σάραντα, εκεί που
οι  ψυχούλες είναι έτοιμες να αναληφθούν, απαλλαγμένες από όλα όσα σκατά κάναν στη Βασιλεία
τους επί της γης, έτοιμες να ενωθούν με το Αιώνιο Φως, και την Αιώνια κατάρα μας. Γιατί όπως
λέει η φίλη μου η Σ. κανείς νεκρός δεν δικαιώνεται αν  έχει υπάρξει στη ζωή του, έστω και για
ένα τέταρτο της ώρας κάθαρμα. Έχουν πλάκα οι άνθρωποι στα μνημόσυνα. Κλαίνε πιο πολύ
ακόμα και από τη μέρα που φυτέψανε τον μακαρίτη. ίσως για να σιγουρευτούν και να κλειδώσουν
μέσα τους το βαρύ τους πένθος. Έτσι έκλαψα και γω εκείνη την αποφράδα μέρα του καθηγητή.
Οι λυγμοί μου ήταν πέρα για πέρα αληθινοί. Ήταν λυγμοί χαράς και λύτρωσης. Επιτέλους, σκεφτόμουν, το θαύμα συντελέστηκε, μπορεί η ανθρωπότητα να προχωρήσει μπροστά με ένα
κάθαρμα λιγότερο. Αφού από την πολύ μου ζέση και με τα φρέσκα κλάματα μου να τρέχουνε
ζεστά στα μαγουλά μου, πήγα και ασπάστηκα την κόρη του, μια εξίσου σιχαμένη και λυμφατικιά,
και της είπα τρυφερά στ`αυτί: να ζήσεις και να μην το θυμάσαι τον πατέρα σου.Δεν του αξίζει.
Κι αν θες να μην έχεις  την δική του μοίρα, φρόντισε όσο γίνεται πιο γρήγορα να μας απαλλάξεις
και συ από την δική σου ύπαρξη, γιατί η καθαρματίλα είναι μεταδοτική, κι αλλά τέτοια όμορφα
είπε το πικρόχολο στόμα μου, και συ πού με ξέρεις και με πιστεύεις, με νιώθεις πως δεν θα
λέγα ποτέ κάτι λιγότερο αν δεν ήμουν σίγουρος πως θα μπορέσω να πληγώσω τον άλλον. Και
ποιους πληγώνουμε στην τελική? Μόνο όσους αγαπάμε πραγματικά, και όσους μας βλάψανε ηθελημένα. Καιροφυλαχτούμε εμείς οι πικρόχολοι. Γιατί αλίμονο αν μου πεθάνουν όσοι με
βλάψαν χωρίς να έχουμε προλάβει να εξηγηθούμε: εκεί έχει μεγάλη στεναχώρια και Αιώνια
κατάρα. Σαν το καθηγητή, κακή του ώρα. Κάτι τέτοια έλεγα και στην φρεσκοθαmμένη φιλενάδα
μου την Ε. Πήγα πάνω από τον τάφο της και την έβριζα: ηλίθια, της είπα. Είσαι εντελώς ηλίθια.
Καημένη φιλενάδα. Πέρασες όλη τη ζωή σου κάνοντας τον ξεναγό στις ζωές των άλλων, και
τι κατάλαβες? Να σε θυμούνται  ως μια φουκαριάρα. Σαν μία που δεν έζησε. Σαν μία πού ήθελε
αλλά δεν μπορούσε. Σαν μία που επιθυμούσε αλλά φοβόταν. Τώρα φάε χώμα και χόρτασε.Κι
άλλα της είπα πιο πρόστυχα και πιο πουτανιάρικα για να την κάνω να γελάσει, κι άναψα 2 τσιγα
ρακια και καπνίσαμε και στ`αρχίδια μας όλα. Για πάρτυ μας ρε. Μαλάκω, ε μαλάκω, κι αφού
ξεθύμαινα με όσα είχα να πώ, έφυγα. Και λέω να μήν ξαναπάω. Τι να κάνω? Οι νεκροί είναι
πιο άχρηστοι κι από τα σκατά, το λέγε ο Ηράκλειτος, εγώ είμαι μαλάκας να τον αμφισβητήσω?
Γιά αυτό σού λέω: κάνε ότι σου κατεβαίνει μάναμου.Και μήν ακούς κανένα, ούτε εμένα. Μέσα
του ο άνθρωπος έχει αυτό το βαθύ ένστικτο που σαν κουδούνι τού λέει: κάντο. Για αυτό πεθαίνουν
οι άνθρωποι. Επειδή δεν ακούν αυτό το ένστικτο. Πού δεν το ομολογούν. Τα χριστούγεννα θέλω
να πιστεύω πως θα ρθω να σε βρώ. Θα ρθω σαν το τραγούδι του Ακη Πάνου: θέλω να τα πω, σαν
να παραλληρώ, χωρίς να με ρωτήσεις. Εσύ φρόντισε ως τότε τα  δύο Μ και το ακριβό σου Α, κι
αν οι θεοί μας αγαπάν, θα ανταμώσουμε. Γιά τη χαρά και τι τιμή ενός  Τάλγκο, αμ τι άλλο.































Τρίτη, 5 Νοεμβρίου 2013

Οι εποχές μου.

                                              

 Οταν κλεβεις το φως απ`το μάτι της ζωής και το ακουμπας στο μαγουλό σου ανθίζεις λένε στ`αλήθεια.


 Υπέφερε απο ελλειψη ενζυμου κατάλυσης χρόνου.Ηταν μόλις 43 και ηθελε τα χρόνια του να τα κάνει χαρτοπόλεμο.

Για ενα πείσμα στον κόσμο μπορεί να γίνεις τόσο ανεξερευνητος, oσο και μια μαλακή τρούφα που καταπινεις πριν κοιμηθείς.



 Οχι , πρέπει να συναντηθούμε. Στη γνωστή γεωγραφία του- κατσε καλά μην ερθω να σε δείρω.









 Τα μεγαλυτερα σε θεαματικοτητα αρτιμελή "θελω" μια μερα θα τα δεις να προαυλιζονται στο καμαρινι του μυαλου σου και τότε θα γινει μεγαλος πανικος.




Εγω γνώρισα κανονικούς αγγελους χωρις φτερά,με γιορτινά κοστούμια επαρχίας που χόρευαν στο 3 χιλιόμετρο της εθνικής δολοφονώντας εφιάλτες.


-Πωλούσε ξυραφάκια σε τιμές προσιτές , χρησιμοποιημένα μια μόνο φορά ,για λογικούς αυτόχειρες. Τον λέγανε θάλασσα.
Στον άστρωτο δρόμο του γελοίου θα φτιάξω ενα σπίτι με μαριονέτες με μικρούς νάνους παριστάνωντας τα ανθρωπάκια ξηλώνοντας ολότελα το φως.  



Να ανησυχώ ετσι που τρέχεις μες το ποδηλατοδρόμιο του μυαλού μου.Να φοβάμαι μηπως γλυστρίσεις και σε βρει καμια αδέσποτη ακτίνα στη καρδιά. 
καρδια
καρδ 
καρ
κ

-Ενας ανθρωπος πέφτει πάνω απο τις ράγες,και στην αποβάθρα ενα πανό ανεμίζει που γράφει: Ζήσε Ανέμελα. 

α
ν
ε
β
α 

Πέμπτη, 18 Ιουλίου 2013

Δεν χρειάζεται να είσαι ο Τενεσί Ουίλιαμς, για να ξέρεις ότι τα δραματάκια της πόζας
μπορούν να γίνουν με λίγη-καλή ατυχία, πραγματικές τραγωδίες.Αρκεί να είσαι κτηνάρα
και ξερόλας.

Τρίτη, 16 Ιουλίου 2013


Πάντα πίστευα στην κατά λάθος ομορφιά των ανθρώπων.Αυτοί που σε κοιτάνε
σαστισμένα, και συ ραγίζεις, και το αντιλαμβάνονται λίγο αργότερα-μόλις 100
χρόνια από την φυσική σου εγκατάλειψη απ`αυτό τον πλανήτη.

Δευτέρα, 15 Ιουλίου 2013

Ανθυπολοχαζός:ανθρωπος που κατανοεί τον κόσμο των αλλων ως δικό του κόσμο,και τον κόσμο τον δικό του ως ξένο.

Κυριακή, 14 Ιουλίου 2013

-Πιστεύετε στο θεο
-Ναι,διότι επέζηζα.

Κώστας Κ. Μηχανικός Λογικής.


Σάββατο, 13 Ιουλίου 2013

Το λεγε η Ντυράς: το να γράφεις είναι το αντίθετο του να διηγείσαι ιστορίες.

Γιατί δεν την ακούσαμε καρδιά μου?

Πέμπτη, 27 Ιουνίου 2013

Moi aussi



Ζω στην γειτονιά του μεγάλου φόβου. Στην γειτονιά των άδειων δρόμων. Ούτε απαγόρευση

κυκλοφορίας να είχαμε. Μετά τις 10 το βράδυ σαν να απλώνεται ένας βαρύς ίσκιος στην πάλαι

ποτέ -συμπαθητική γειτονιά μου. Στους γεννημένους πεζικαριους σαν και του λόγου μου βέβαια

δεν γίνεται λόγος εγκλεισμού. Η περιέργεια μου άλλωστε υπερισχύει κατά πολύ του φόβου μου.


Όχι πως δεν την πλήρωσα . Tην πλήρωσα και γω με τον δικό μου τρόπο πέρσι.
. Λιγότερο βέβαια αναίμακτα από την τύχη του πατέρα ,αλλά την πλήρωσα. Τα διόδια 
αλλωστε  για αυτό υπάρχουν: για να εξαργυρωνουμε τις ποινές μας. Θα μου πεις ,τι φταίξαμε.         Δεν φταίξαμε. Τα χρεωνουμε ολα στην τύχη μας. Η στην ατυχία μας . Η στο μοιραίο της στιγμής."Ενα βήμα και είσαι αλλού " λέει ενας ηρωας του Αγγελοπουλου. Ενα βήμα ,κι είσαι εξω απο το γκαράζ  του σπιτιού σου  για να πάρεις  το αυτοκινητό σου. Κρατάς την κάμερα. Το γνωστό φερετρό σου.
Δεν μπορώ  πραγματικά  να φανταστώ τι θα σκεφτόταν αυτός , ο άτυχος άνδρας καθώς   τον μαχαίρωναν.

Η μάλλον μπορώ. Τέτοιος καιρός ήταν που έπεσα και γω θύμα οργισμένης επίθεσης.

Σαν και τώρα το θυμάμαι.Κοντά στο δρόμο που έγινε ο φόνος του άνδρα.Εκεί περπατούσα

και γω. Βαθιά μεσάνυχτα. Μου πήρε τελικά την τσάντα. Δεν με σκότωσε. Του την έδωσα

αν και δώσαμε μια μάχη γενναίας κλωτσοπατιναδας. Νομίζω τον είπα μαλάκα. Εκείνος

δεν είπε τίποτα. Κροτάλιζε μόνο τα δόντια του από μίσος. Αυτό μου έχει εντυπωθεί βαθιά

μέσα μου: τα δόντια του . Και η λύσσα του να πάρει οπωσδήποτε την τσάντα. Όταν κόπηκε

τελικά κι άρχισε να τρέχει σαν καγκουρό ,εγώ αντί να σηκωθώ , παρέμεινα εκεί ξέπνοος

και τον παρατηρούσα να χάνεται στο σκοτάδι. Κάλπαζε κυριολεκτικά.


Από κείνο το βράδυ θαρρώ άλλαξε η ζωή μου. Μεταμορφώθηκα . Άλλαξα. Δεν ξέρω σε τι,

άλλα άλλαξα. Θυμάμαι εκείνη την στιγμή που ήρθε από πίσω μου Και με έσπρωξε βίαια.

Σκέφτηκα πως αυτό ήταν :πεθαίνω. Άλλα δεν φοβήθηκα για μένα. Φοβήθηκα πως δεν θα

ξαναδώ τον άνθρωπο που αγαπάω . Την εικόνα του θυμάμαι έντονα καθώς σωριαζομουν με δύναμη  πάνω στο κράσπεδο. Την έκφραση στο πρόσωπο του.
Το γέλιο του.Τα ωραία κλαματά του.
Την απορία του. Το σάστισμα του.Τον ενδεχόμενο πόνο του. Όλα αυτά σε κλάσμα δευτερόλεπτου.


Α ναι: και η δική μου η απορία κάπου στο πλάι:γιατί να τελειώσουν όλα τόσο νωρίς.

Νομίζω κι ο άτυχος άντρας κάτι τέτοιο κι αυτός θα σκεφτόταν : Γιατί γαμώ την πίστη μου

να τελειώσουν όλα τόσο νωρίς?



Αλλά η ζωή είναι πιο σκληρή από μας (κι ας πιστεύουμε εμείς το αντίθετο) Ίσως αυτό όμως να πίστευε αυτόςο άνδρας. Ήταν λέει πολύ πλούσιος . Από καλή οικογένεια.Όλη του την ζωή

την πέρασε φορώντας μια μάσκα. Δεν έχουν σημασία όμως οι λεπτομέρειες.Ήταν πολύ νέος.

Στην ηλικία μου. Πέρασε τη τελευταία μέρα της ζωής του σαν μυθιστόρημα. Κλείστηκε

σε ένα δωματίου πολυτελούς ξενοδοχείου και εκεί άρχισε να ξετυλίγει τις σελίδες της

ζωής του. Νομίζω τις ερωτικές του . Ναι ο έρωτας. Τι θα ήταν  ο έρωτας αν δεν μπορούσε

να ξεκάνει έναν άνθρωπο. Τον φέρνω στο μυαλό μου :πίνει το τελευταίο ποτήρι κρασί.

Την τελευταία του γουλιά. Τραβάει λίγο την κουρτίνα . Η Αθήνα είναι φωταγωγημένη.


Χαμογελάει πικρά: δεν θα τον ξαναδώ σκέφτεται. Το χει πάρει απόφαση. Απομακρύνεται

από την κουρτίνα και πηγαίνει και κάθεται στο κρεββάτι του κι αρχίζει να γράφει τα 2 γνωστά

αποχαιρετιστήρια σημειώματα. Άλλα υπάρχει κι ένα τρίτο που άφησε στην σελίδα του στο Facebook:


Στον Θ. για μια αιωνιότητα . Κι από κάτω ακριβώς από τον αποχαιρετισμό αυτό το τραγούδι.


Να μην αρχίζεις να ξεφτάς. Α ρε καριόλη θάνατε. Δεν χορταίνεις με τίποτα πια.



Τετάρτη, 17 Απριλίου 2013

Silence

Γεια σου Τάνια. Χρόνια σε περίμενα  να ξαποστάσεις σε τούτο δω το μπλογκ.
Πες μου τι να κεράσω για να γιορτάσουμε αυτό το ευτυχές γεγονός. Άσε με
να μαντέψω:μπερμπον . Μια αρτίστα του είδους σου μόνο μπέρμπον αξίζει
να πίνει. Ας πιούμε λοιπόν. Στην υγειά του κόσμου που χόρτασε γκρεμό.
Το δικό μας κόσμο. μικρός ξέρεις πίστευα μια θεωρία που μ`ακολουθεί

ως τώρα:δεν ήθελα να αλλάξω τον κόσμο.Ήθελα ο κόσμος να μην μπορεί
να αλλάξει εμένα. Τελικά όμως περνώντας τις πύλες της ενηλικίωσης
καταλαβαίνεις  και πως ο κόσμος άλλαξε, και σένα πια δεν μπορείς
να σε αναγνωρίσεις. Το παραδέχτηκες και συ πρόσφατα σε μια
συνέντευξη σου.Στα 60 σου χρόνια έπαψες πια να συναρμολογείς
θριάμβους. Τώρα πια στο Πήλιο φτιάχνεις καφέδες, και καπνίζεις
με τα δέντρα. Ωραίοι οι άνθρωποι, αλλά σε απελπίζουν. Λίγο να
ξανοιχτείς,  μαζί τους και τα μαχαίρια  σου προσγειώνονται ιπτάμενα.

Αλλά έτσι πάει η ιστορία:πρώτα οι αγκαλιές και μετά τα μαχαίρια.
Τα κορμιά και τα μαχαίρια δεν αλλάζουν χέρια, πάρα μόνο πρόσωπο.

....................................................................................................
Πρώτη φορά που σε είδα να τραγουδάς ήταν εκεί γύρω στο 1996.
Μουσικό κουτί κι ατέλειωτα μπουκάλια ξεχασμένης συγκίνησης.
Σε θυμάμαι σαν και τώρα να χτυπάς το πάτωμα και να λες με
θυμό "καρφί δεν καίγεται.". Βλέπεις το σπασμένο καθρεφτάκι
δεν βγαίνει στο δρόμο σαν γυφτάκι, αλλά κλείνεται μέσα του
ως που να κλείσει και η τελευταία ραφή απ1τις πληγές του.
Για να μην το δουν οι περαστικοί και ξεγελαστούν.Για να
μην πουν πως "την πάτησε κι αυτός σαν όλους τους άλλους"

Τι ξέρουν όμως οι άλλοι για μας? Φαντάζομαι όσα ξέρει
και ο λύκος που ουρλιάζει με τεντωμένο τον λαιμό προς
στο φεγγάρι. Ήρθα στα καμαρίνια και σου μίλησα εκείνο
το βράδυ. Δεν θέλω αυτόγραφα γόησσα, σου ψιθύρισα.
Ενα  φιλί είναι αρκετό για να με ψηλώσει.Μου το δώσες
κι έφυγα με το Ακριβό Δώρο καλά φυλαγμένο. Λίγους
μήνες αργότερα διάβασα σε μια συνέντευξη σου "πως
είχες τελειώσει οριστικά με τα κέντρα, δηλαδή, εδώ
και χρόνια"Ένα βράδυ εκεί που τραγούδαγες κάποιος

σου πέταξε ένα πιάτο μπροστά στα πόδια σου.Σταμάτησες
το πρόγραμμα κι απέτησες να σηκωθεί ο άνθρωπος που το
πέταξε να ρθει  να το μαζέψει. Ένα πιάτο. Ένα ηλίθιο
πιάτο μπουζουκιού παράταιρο μπροστά στα έκπληκτα σου μάτια. .
Φαντάζομαι την σαστιμάρα σου.
Αλλά και την οργή σου ενδεχομένως. Έσυ δεν τραγούδαγες
ποτέ σου στα σκυλάδικα. Δεν θα μπορούσες άλλωστε. Εσυ
είχες μεταφράσει το φρικιό σε φρίκη πριν ακόμα βγει σε
επίσημη κυκλοφορία. Γκονταρικιά στο βάθος, κι απόλυτη
ήσουνα χαρά μου.Όλα η τίποτα και μια ζαριά στο πουθενά.

"Στεκόμουν στο φανάρι, πάνε 3-4 χρόνια, κι αισθανόμουν δυνατή
κι ωραία, κι έβλεπα τα μηχανάκια με τα ωραία αγόρια να έρχονται
από τον δρόμο, κι έλεγα από μέσα μου, για μένα έρχονται, σε μένα
χαμογελάνε, αλλά ακριβώς δίπλα μου στεκόταν μια κουκλίτσα, και τότε
σκέφτηκα:ντάξει τάνια, δεν είσαι πια νέα, παραχώρησε την θέση σου
στους νεότερους, άλλωστε μην κάνεις τη χαζή, την κουκλίτσα κοιτάνε"

Κι έτσι από πολύ νωρίς εγκατελειψες το άθλημα. "Πόσο να πλαντάξει
κανείς?"αναρωτιέσαι κι όχι αδικά. Μόνο ο ερωτευμένος και το παιδί
έχουν πλαν ταγμένες καρδιές. Το θέμα είναι να σπάσεις αλλά να μην
λυγίσεις. Αλλά κακά τα ψέματα, και σπάμε και λυγίζουμε, και μετά
αντέ βρες το κουράγιο να περπατήσεις στις πορείες."Αυτό που περιμένω
είναι μια επανάσταση" Δεν έγινε, δεν μπορέσαμε, κι ίσως να είναι πια
αργά. Τώρα πια δεν θες να ξανατραγουδησεις.Σε θυμάμαι κλαμένη
από τα χημικά  σε όλες τις πορείες μοιράζοντας νερά, εκλιπαρωντας
να πάρουμε τηλέφωνο όσους γνωρίζουμε  να κατέβουν γιατί είμαστε
λίγοι. Έτσι έλεγες:είμαστε λίγοι. Πολύ λίγοι τάνια μου. Οι πολλοί.

Έκτοτε εγκατέλειψες. Απογοητεύτηκες και με το δίκιο σου.
Τώρα δεν θες να ξανατραγούδησεις, "γιατί αν τραγουδήσω
αυτή την στιγμή θα εκτοξεύσω δηλητήρια, και το τραγούδι
είναι χαρά, άγρια χαρά και γω μονο χαρά δεν νιώθω" Σαν τη
Φειρούζ και συ. Που είπε πως θα ξανατραγουδησει μόνο
οταν ο Λίβανος γίνει ξανά η χώρα που λάτρευε. Δεν εχει
τραγούδι πιά. Αλλο τραγούδι δεν θα πει η Κυρία, δεν θέλει
πως το λένε. Κλείστε τις κουρτίνες

Η κυρία αγαπάει τα μαύρα μπλούζ και θέλει να καπνίζει τις
νύχτες ανενόχλητη μέχρι να πάθουν τα αστέρια φαρυγγίτιδα.


Τρίτη, 12 Μαρτίου 2013

Το κούρεμα.

Είναι ωραίο αυτό το κομμωτήριο. Ίδιο κι απαράλλαχτο, όπως τότε που το αφησα.
Η Σοφία βέβαια η ιδιοκτήτρια  του  δεν είναι, και πως θα μπορούσε να είναι. Παλιά
την φώναζα Ελπίδα, γιατί μου θύμιζε την τραγουδίστρια. Τώρα μου θυμίζει έναν
πίνακα, έναν ωραίο πίνακα, που όμως  μοιάζει  σαν να του πετάξαν πάνω του, αυγά, μελάνια,
ντοματοχυμούς και κει  να τον ξεχάσαν. Αν ήταν  έργο τέχνης  ίσως και να τον θαύμαζες
για την αφαιρετικότητα του. Εντάξει, γερνάμε. Αν ζούσε η μάνα μου ίσως και να έμοιαζε
στη Σοφία μας. Θα ήταν ας πούμε γύρω στα 73. Τόσο είναι και η Σοφία? Τόσο.


  Γερνάμε και μαζί με μας και τα μαλλιά μας. Παλιά ήμουν κατάξανθος, τώρα
στο πλάι αχνοφεγγουν μικρές άσπρες τρίχες. Για αυτό μου μιλάει στον  πληθυντικό

η κόρη της μανάβισσας. Με σέβεται. Γιατί μου μιλάς έτσι της λέω, πετάγεται τότε
η μάνα της και λέει, ε σε προδίνουν τα  πλαϊνά, δεν το καταλαβαίνεις? Το καταλαβαίνω.





Γιαυτό πηγαίνω στο σπίτι και κοιτάζομαι: όντως έχουν ξεσαλώσει τα πλαϊνά. Μάλλον
πρέπει να αυξήσω την δόση του τζελ. Έχω ακούσει για ένα προϊόν που γυαλίζει
τα μαλλιά, ενώ ταυόχρονα κρύβει και τις λευκές  τρίχες. Η Σοφία μας δεν πρέπει
να το χει. Σκοπεύω να κουρευτώ εκεί, που τι σκοπεύω, είμαι εκεί, περιμένοντας
στο σομόν καναπέ, ξεφιλλιζοντας περιοδικά ωσότου έρθει η σειρά μου.


Είχα διαβάσει παλιά πως τις καλύτερες αποφάσεις τις παίρνεις στο φτερό, αλλά
σ`αυτή την περίπτωση δεν βλέπω να με καλύπτει. Ατάκες σου λέει μετά. Κοροϊδεύουν
το κόσμο  για να μπαίνει μέσα σε ξεχασμένα κομμωτήρια και να καταρακώνεται.
Το θέμα είναι να μην ξεγελαστείς, γιατί άμα συμβεί, μπορεί να βρεθείς με κομμένο
λαιμό η με κομμένο αυτί, εξαρτάται σε τι χέρια κομμωτή θα πέσεις. Ρώτα κι έμενα
που κάποτε βρέθηκα κυριολεκτικά-ευτυχώς-μόνο χωρίς μαλλιά. Δεν ήταν μόνο
βλέπεις χαλασμένα   τα κέφια του κομμωτή, ήταν και τα μάτια. Λίγο Τάσο μου,
λίγο, ξέρεις γύρω-γύρω, ναι μου λέει, ξέρω. Που αν είχα ξεραθεί πάνω σε μια γλάστρα
καλύτερα θα έδειχνα. Το Ναγκασάκι μπροστά μου, μια όαση δροσιάς. Μιλάμε γενικά

για τρίχες, που έτσι κι αλλιώς βγήκαν  από την αρχή. Στους νεκρούς λέει συνεχίζεται
το έργο και μετά το πέρας του βίου. Εκεί δεν έχει προσεχώς., εκεί  έχει επιτόπου,μαλλιά,
νύχια, βλέφαρα ανθοφορούν αδιαφορώντας για τις συνέπειες. Μέχρι να εξαντληθούν
τα αποθέματα και να τραβήξει ο καθένας τον σιωπηλό του δρόμο. Κουράζεται βλέπεις
το δέντρο που τα γεννάει και ψοφάει. Λογικό είναι. Τώρα εγώ όμως βρίσκομαι πάνω
στην καρέκλα του θυριοδαμαστή  μου. Η Κυρά Σοφία, το νιώθω, με οσμίζεται ως
καλοψημένο γουρουνόπουλο. Μου απλώνει την πετσέτα, σφιχτά για να μην εκτοξευτώ
Σε λίγο θα με βάλει στο φούρνο με κάστανα, πριν με πετσοκόψει. Δεν πρέπει να δείξω

ότι φοβάμαι. Δεν πρέπει να με προδώσουν οι ιδρωτοποιοί αδένες μου. Όχι τώρα, ίσως μετά
αλλά όχι τώρα. Πρέπει να δεχτώ ασμένως την  μοίρα μου. Με κοιτάζει γλυκά μέσα από τον
καθρέφτη και ευτυχώς, για μένα δεν με αναγνωρίζει. Είναι μειλίχια και ευγενική. Με ρωτάει
τι θα κόψουμε. Α  χα. Έχω και επιλογές βλέπω. Μήπως πρέπει να της πω λαιμό? Η να ζητήσω
καλύτερα την βοήθεια κοινού? Μπα. Καλύτερα να μπούμε κατευθείαν στο ψητό, δεν μπορώ

άλλωστε τις αναμονές, κάνουν πολύ θόρυβο,συν ότι δεν έχουμε και πολύ χρόνο να κάψουμε.
Αλλά μια ψυχή που είναι να βγει, ας βγει και με την μορφή  τρίχας. Τόσες χάσαμε δηλαδή,

τι θα πειράξει άλλες λίγες.Όμως ας μπω στο ψητό γιατί βλέπω ότι μπαίνουν κι άλλοι πελάτες
στο μαγαζί και δεν θα προλάβω να σου πω ότι δεν θέλω, γιατί εμένα που με βλέπεις τώρα
στα σαράντα τόσα χρόνια μου και δεν με αναγνωρίζεις, υπήρξα παιδί, παιδί της καλύτερης
σου φίλης. Τι νομίζεις? Να κουρευτώ ήρθα? Λίγα λουλούδια ήρθα να αφήσω στα νιάτα
μου, στα δικά σας, και σ`αυτών που δεν πρόλαβαν να τα ζήσουν. Σ`αυτή την πολυθρόνα

που λες καθόταν η μάνα μου, χιλιάδες χρόνια πριν, πριν ακόμα ανακαλύψω ότι η γη είναι
στρογγυλή, κι ότι όλα με θυμίζουν. Νόμιζα βλέπεις ότι όλα όσα θα ζούσα, τα είχα ήδη ζήσει.
Μην νομίζεις:προπλήρωνα τις ποινές μου. Σαν ένα είδος deja-vu, αλλά στην πιο δυνατή
μορφή του. Στην ουσία ήταν deja-vecu, αν με νιώθεις,κι ερχόμουνα που λες και καθόμουν
σ`αυτόν τον ίδιο απαράλλαχτο καναπέ και κοιτούσα  τις μιζανπλί να βγάζουν  καπνούς και
την μάνα μου  με ένα τσιγάρο στο στόμα να με κεντάει με το βλέμα της, κι αναρωτιόμουν
γιατί δεν καπνίζει και στο  σπίτι, αλλά έτσι είναι τα σπίτια, καμινάδες χωρίς  καπνό, και

τρωγόμουν με τα ρούχα μου να μην ρωτήσω το γιατί, αφού ο μπαμπάς κάπνιζε στο σπίτι,
εσυ γιατί όχι, τι ανισότητες είναι αυτές που δεν μπορούσα να τις πιάσω, και με κοιτούσε
χαμογελαστή μέσα από βάθρο της, και κάπνιζε έτσι δειλά, κι ούτε κατέβασε κάτω τον
καπνό, και κάπως έτσι μια μέρα εγινε σύννεφο και δεν ξαναμάθαμε πια τα νεα της, κι
από τότε δεν θυμάμαι τίποτα αλλο,κι ελπίζω ούτε και συ. Για το καλό του ψαλιδιού.

Ελα λοιπόν. Κοίταξε με βαθιά μέσα στο καθρέφτη, και ρώτα με γλυκά:

-Πως θα τα κάνουμε Κύριε?
-Οπως γουστάρεις κούκλα μου.



Τετάρτη, 6 Μαρτίου 2013

"Θα ήθελα".Τι κουτός, σπάταλα ευγενικός, κ συνάμα παρηγορητικός χρόνος.
Τόσες τσαλαπατημένες ευχές, σε μια μόνο λέξη.Αν ήθελα λοιπόν να
πραγματοποιηθούν όσα φαντάζομαι,θα χρησιμοποιούσα το απλό και
κοφτό ρήμα "θέλω". Το ρήμα που αρέσει τόσο πολύ στα παιδιά. Ξέρεις
τι θα ήθελα? Να συμφιλιωθώ με την ιδέα πως οι επιθυμίες απλώς  υπάρχουν
Όπως υπάρχουν, ρούχα, χέρια, μαλλιά. Άνθρωποι που τους αγγίζεις κι σε
πληγώνουν. Άνθρωποι που σε αγγίζουν και τους κόβεις το χέρι το καλό.

κι όταν επιτέλους συναντηθείτε, χωρίς τον φόβο του να διαμελίσει
ο ένας την σάρκα του άλλου,κι όταν λάβει τέλος η ανθρωποφαγία
και με το καλό αρχίσουν, όταν αρχίσουν, τα πρώτα φιλιά, λέω τότε
ίσως λέω, να βάλουμε σε τάξη, όλα αυτά τα θέλω που τα στριμώξαμε
όπως στριμώχνουμε και τα ρούχα που δεν θέλουμε ξανά να φορέσουμε,
εκεί στο βάθος της ντουλάπας, και που μίσος απωθούμε. Αλλά τα ρούχα
μας, όπως και τα θέλω μας χρειάζονται οπωσδήποτε μια δεύτερη
ματιά, για να μην σου πω μια δεύτερη ευκαιρία, γιατί  έτσι είναι
οι δεύτερες ευκαιρίες:όταν το ύφασμα ξεθωριάζει από την καλή
στην ανάποδη το χρώμα παραμένει.Το λεγε η Ου και δεν το ξέχασα ποτέ.

(κείμενο που γράφτηκε πριν κάποιους μήνες για το ραδιόφωνο
και είπα να το συμπεριλάβω και δω)

Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2013



"Κυρίες και κύριοι, τώρα μου περνάνε τις  χειροπέδες που ενας Αγγλος σιδηρουργός
χρειάστηκε πέντε χρόνια για να τις φτιάξει. Δεν ξέρω αν θα καταφέρω να ελευθερωθώ
η οχι, αλλά σας διαβεβαιώνω οτι θα βάλω τα δυνατά μου"


                                  ΧΑΡΙ ΧΟΥΝΤΙΝΙ
                                  ΙΠΠΟΔΡΟΜΙΟ ΤΟΥ ΛΟΝΔΙΝΟΥ
                                  ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΤΡΙΚΙΟΥ,1964-