Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2015

Το ατύχημα.


Με κρατάει από τον ώμο στην αρχή, καθώς βγαίνουμε απ το ασανσέρ. Ύστερα με παίρνει αγκαλιά
50 χρονών σχεδόν, αλλά τα μάτια του ακόμη φοβισμένα. Πότε θα ενηλικιωθείς; του λέω. Μάτια μου.
Με κοιτάζει με παράκληση. Μάλλον ποτέ υποθέτω. Περπατάμε, δηλαδή ένας θεός μόνο μπορεί να
το πει αυτό, και μάλλον κουτσός, αλλά εμάς τι μας νοιάζει, εμείς παριστάνουμε  πως περπατάμε.


Κάνουμε μικρά επίπονα βήματα κι αγκομαχαμε, δηλαδή εσύ αγκομαχάς, αλλά εγώ πονάω  περισσό
τερο. Κάτσε να  κάνουμε μια στάση να ανασάνεις. Να το σκεφτούμε αδελφέ μου. Να το εξηγήσουμε
με κάποιον τρόπο ώστε να φαίνεται στα μάτια μας. Αλλά θα μου πεις πως η όραση είναι παραπλανι
τική αίσθηση. Συνήθως βλέπεις ο,τι δεν μπορείς να απολαύσεις. Δεν πειράζει όμως. Στο κεφάλι μας
βρίσκονται οι άλλοι. Εμείς βρισκόμαστε μέσα στη καρδιά μας, σου λέω, αλλά απάντηση δεν παίρνω.

Φαίνεται πως η απάντηση κατοικεί μέσα στη καρδιά σου, σε ξέρω εγώ, δεν με ξεγελάς. Έχεις σκάψει
μέσα σου ένα τεχνητό τούνελ ανάρρωσης, ίσα-ίσα για να μπορείς να ψευτοπείσεις τον ευατό σου
πως μια μέρα ίσως και να γιατρευτείς. Αλλά θα γίνεις καλά, το χω δει στον ύπνο μου, όπως κι αυτό
το ατύχημα, όλα τα χω δει, και με τον τρόπο μου, τα είχα ζήσει πριν τα ονειρευτώ. Και τώρα, τι;

Μισοπερπατάμε, μισοσπασμένοι. Η "σάκα σου" 'εχει ξεκολλήσει βλέπεις, χρειάζεται να πάμε στον τεχνικό  για επιδιόρθωση, κι εκεί πηγαίνουμε, με λυπημένη κούραση, ιδίως στο βλέμμα, αλλά
πηγαίνουμε. Κι όπως πηγαίνουμε μάγκα μου, κι όπως γίνομαι  το χαλί για να μπορέσεις να
πατήσεις για να φτάσεις στην τεθλασμένη σου, μου σκάει ανεξήγητα, Ένας Χριστιανόπουλος
και με κάνει λιώμα, κι εκεί μέσα είναι όλη μας η ζωή, φίλε: να μου δώσεις δύναμη να μην είμαι
ράκος, να σου δώσω συντριβή  να μην είσαι μούτρο. Κι ετσι απαλά, ανατινάζομαι.