Τρίτη, 19 Νοεμβρίου 2013

Για τη τιμή ενός Τάλγκο.


Ωραίος αυτός ο κήπος που βλέπω. Αν ήμασταν τώρα μαζί σίγουρα θα τον χαζεύαμε.Τα κυπαρίσσια
απέναντί μας χαιρετάνε. Ωραία τα κυπαρίσσια. Λεβέντικα. Παρηγορητικά. Ούτε πονάνε,ούτε λαλανε
Για αυτό τα φυτεύουν στα νεκροταφεία: για να διδάσκουν αξιοπρέπεια στις οικογένειες. Καμιά μέρα
αν έχεις όρεξη θα σε πάω βόλτα. Ο Κάφκα έλεγε πως το πράγμα που κάνει όταν επσκέφτεται για
πρώτη φορά μια πόλη, είναι να πάει να δει το νεκροταφείο της και το τσίρκο της. Δεν νομίζω να
φοβάσαι. Οι περισσότεροι άνθρωποι αποφεύγουν να επισκεφτούν ένα τόσο ειρηνικό μέρος. Οι
πόλεμοι κανονικά εκεί θα πρεπε να διαλέγονται για να γίνουν. Η ήττα αποκτάει άλλο νόημα όταν
πατάς το μαλακό τους έδαφος. Εγώ όταν δεν είμαι καλά εκεί πηγαίνω. Αν με πλήρωναν κιόλας
στο να πηγαίνω να ανάβω τα καντήλια, θα το κάνα πολύ ευχαρίστως.. Ήξερα μια γυναίκα που
έκανε αυτή τη δουλειά για πάρα πολλά χρόνια. Πήγαινε κατά τις 3, άναβε καμιά εκατοστή καντήλια
κι έφευγε κατά τις 6. Ξεκούραστη δουλειά, δεν έχεις κανένα πάνω απ`το κεφάλι σου, και τα λεφτά
πάντα κάθε μήνα. Πληρώνουν οι οικογένειες που βαριούνται να πάνε να ανάψουν το καντηλάκι του
μακαρίτη. Εδώ που τα λέμε, τι να πάνε να κάνουν. Πόσο να κλάψεις σ`αυτή τη ζωή. Κάποια στιγμή
στεγνώνουν και τα κλάματα, και λες, δεν θέλω άλλο μωραδελφάκι μου, αφήστε με στην ησυχία μου.
Θέλω να ξεχάσω. Και ξεχνάς, κάποια στιγμή ξεχνάς, όχι τελείως, μην λέμε κι ότι θέλουμε. Πάντα
ένα μικρό υπόλοιπο στη φυλάει, και την πιο ακατάλληλη στιγμή, σου τραβάει το χεράκι και σου λέει:
Ει μάστορα, για κελ μπουρντάν, για ελα εδώ να λογαριαστούμε. Και συ πηγαίνεις σαν τον αφελή, σαν
τον τελευταίο βλάκα, πιστεύοντας πως αυτός που σε καλεί θέλει να σε κεράσει παγωτό. Εγώ πάντως
όταν με κάλεσαν δεν πήγα. Τι να πήγαινα να μάθω που δεν το ξέρω. Την τρίτη δηλαδή δεν πήγα. Τις
άλλες δυο πού πήγα το κάνα μόνο και μόνο για να βελτιώσω την πτυχιακή μου. Να, βάλε με τώρα
να γράψω πρόχειρο διαγώνισμα για την Απώλεια και να δεις πως θα μείνουν άλαλα τα χείλη των
καθηχηταράδων. Τι να μας πουν κι αυτοί. Ανθρωπάκια σου λέω. Το τι μίσος που τους έχω. Εκείνος
ο μαθηματικός. Ακόμη τον βλέπω στον ύπνο μου πως με βασανίζει. Ευτυχώς όμως πέθανε, και η
ανθρωπότητα το γιόρτασε κατά πως του άξιζε: ένα κάθαρμα λιγότερο, είπαν όλοι οι άνθρωποι που
βασάνιζε, και για να γιορτάσουν αυτό το χαρμόσυνο γεγονός, αγόρασαν ρεφενέ γουρουνοπούλα
και σαμπάνιες και έκαναν τσιμπούσι πάνω από το φρεσκοσκαμμενο τάφο του. Σου μιλάω για τρελό
γλέντι. Μιλάμε για τον απόλυτο διονυσιασμό. Εγώ δυστυχώς δεν παρεβρέθει και είναι κάτι  που
το φέρνει βαρέως η συνείδηση μου. Πήγα όμως στο μνημόσυνο, ξέρεις στα σάραντα, εκεί που
οι  ψυχούλες είναι έτοιμες να αναληφθούν, απαλλαγμένες από όλα όσα σκατά κάναν στη Βασιλεία
τους επί της γης, έτοιμες να ενωθούν με το Αιώνιο Φως, και την Αιώνια κατάρα μας. Γιατί όπως
λέει η φίλη μου η Σ. κανείς νεκρός δεν δικαιώνεται αν  έχει υπάρξει στη ζωή του, έστω και για
ένα τέταρτο της ώρας κάθαρμα. Έχουν πλάκα οι άνθρωποι στα μνημόσυνα. Κλαίνε πιο πολύ
ακόμα και από τη μέρα που φυτέψανε τον μακαρίτη. ίσως για να σιγουρευτούν και να κλειδώσουν
μέσα τους το βαρύ τους πένθος. Έτσι έκλαψα και γω εκείνη την αποφράδα μέρα του καθηγητή.
Οι λυγμοί μου ήταν πέρα για πέρα αληθινοί. Ήταν λυγμοί χαράς και λύτρωσης. Επιτέλους, σκεφτόμουν, το θαύμα συντελέστηκε, μπορεί η ανθρωπότητα να προχωρήσει μπροστά με ένα
κάθαρμα λιγότερο. Αφού από την πολύ μου ζέση και με τα φρέσκα κλάματα μου να τρέχουνε
ζεστά στα μαγουλά μου, πήγα και ασπάστηκα την κόρη του, μια εξίσου σιχαμένη και λυμφατικιά,
και της είπα τρυφερά στ`αυτί: να ζήσεις και να μην το θυμάσαι τον πατέρα σου.Δεν του αξίζει.
Κι αν θες να μην έχεις  την δική του μοίρα, φρόντισε όσο γίνεται πιο γρήγορα να μας απαλλάξεις
και συ από την δική σου ύπαρξη, γιατί η καθαρματίλα είναι μεταδοτική, κι αλλά τέτοια όμορφα
είπε το πικρόχολο στόμα μου, και συ πού με ξέρεις και με πιστεύεις, με νιώθεις πως δεν θα
λέγα ποτέ κάτι λιγότερο αν δεν ήμουν σίγουρος πως θα μπορέσω να πληγώσω τον άλλον. Και
ποιους πληγώνουμε στην τελική? Μόνο όσους αγαπάμε πραγματικά, και όσους μας βλάψανε ηθελημένα. Καιροφυλαχτούμε εμείς οι πικρόχολοι. Γιατί αλίμονο αν μου πεθάνουν όσοι με
βλάψαν χωρίς να έχουμε προλάβει να εξηγηθούμε: εκεί έχει μεγάλη στεναχώρια και Αιώνια
κατάρα. Σαν το καθηγητή, κακή του ώρα. Κάτι τέτοια έλεγα και στην φρεσκοθαmμένη φιλενάδα
μου την Ε. Πήγα πάνω από τον τάφο της και την έβριζα: ηλίθια, της είπα. Είσαι εντελώς ηλίθια.
Καημένη φιλενάδα. Πέρασες όλη τη ζωή σου κάνοντας τον ξεναγό στις ζωές των άλλων, και
τι κατάλαβες? Να σε θυμούνται  ως μια φουκαριάρα. Σαν μία που δεν έζησε. Σαν μία πού ήθελε
αλλά δεν μπορούσε. Σαν μία που επιθυμούσε αλλά φοβόταν. Τώρα φάε χώμα και χόρτασε.Κι
άλλα της είπα πιο πρόστυχα και πιο πουτανιάρικα για να την κάνω να γελάσει, κι άναψα 2 τσιγα
ρακια και καπνίσαμε και στ`αρχίδια μας όλα. Για πάρτυ μας ρε. Μαλάκω, ε μαλάκω, κι αφού
ξεθύμαινα με όσα είχα να πώ, έφυγα. Και λέω να μήν ξαναπάω. Τι να κάνω? Οι νεκροί είναι
πιο άχρηστοι κι από τα σκατά, το λέγε ο Ηράκλειτος, εγώ είμαι μαλάκας να τον αμφισβητήσω?
Γιά αυτό σού λέω: κάνε ότι σου κατεβαίνει μάναμου.Και μήν ακούς κανένα, ούτε εμένα. Μέσα
του ο άνθρωπος έχει αυτό το βαθύ ένστικτο που σαν κουδούνι τού λέει: κάντο. Για αυτό πεθαίνουν
οι άνθρωποι. Επειδή δεν ακούν αυτό το ένστικτο. Πού δεν το ομολογούν. Τα χριστούγεννα θέλω
να πιστεύω πως θα ρθω να σε βρώ. Θα ρθω σαν το τραγούδι του Ακη Πάνου: θέλω να τα πω, σαν
να παραλληρώ, χωρίς να με ρωτήσεις. Εσύ φρόντισε ως τότε τα  δύο Μ και το ακριβό σου Α, κι
αν οι θεοί μας αγαπάν, θα ανταμώσουμε. Γιά τη χαρά και τι τιμή ενός  Τάλγκο, αμ τι άλλο.