Τετάρτη, 15 Ιανουαρίου 2014

Ανθρακικό.



Κι ενώ η πόλη είχε αρχίσει να ξεστολίζει τα λαμπάκια της απο ολες τις γιορτινές φιέστες  εκείνος  καθόταν στο μισοπαγωμένο σπίτι του κι έψαχνε για κόκα κόλες στο άδειο του ψυγείο.
Δεν τον πείραζε που ήταν άδειο, έτσι κι αλλιώς δεν τον ενδιέφερε και πολύ το φαγητό,
όσο το ότι δεν είχε αυτές τις ρημαδό κόκα-κόλες  για να συνοδέψει το τσιγάρο του.Από
πάνω ακουγόταν φωνές, αλλαλαγμοί, κάτι γιόρταζαν, και του κάνε εντύπωση, γιατί ήταν

άνθρωποι λίγο σκυθρωποί, λίγο μετέωροι, με το ζόρι σου λέγαν καλησπέρα. Έτσι που
τους άκουγε να γελάνε του ερχόταν να ανέβει πάνω και να  σπρώξει με το έτσι θέλω
την πόρτα τους, και να γυρέψει με τσαμπουκά ανθρακικό. Μπα, αποκλείεται, σκέφτηκε.
Ο καλύτερος τρόπος για να σβήσεις τη δίψα σου και τη θλίψη σου είναι να την περπατήσεις.

Κι έτσι έκανε. Φόρεσε το παλτό του και τράβηξε το δρόμο του προς αναζήτηση περιπτέρου.
Αλλά ήταν αργά, κι έκανε κι ένα κωλόκρυο, ποιος ξέρει τι θα σκέφτονταν για αυτόν οι
άδειοι δρόμοι. Αλλά το θέμα ήταν η κόκα -κόλα, που δεν άργησε να βρεθεί μπροστά του.

Γιατί ήξερε: όλο και κάποιος θα διανυκτέρευε για ανθρώπους της περίπτωσης του. Η κυριούλα
του περιπτέρου τον κοίταζε καλά-καλά, όχι απαραιτήτως άσχημα, αλλά ούτε κι απαραίτητα
καλά. Ήταν κάτι στο ενδιάμεσο, ανάμεσα σε μια γλύκα, κι ενός κρυφού παραπόνου. Μήπως
γνωριζόμαστε? σκέφτηκε να της πει, πείτε μου, μπορεί να σας έχω πειράξει και να μην  το
ξέρω, για σκεφτείτε το λιγάκι, είναι ωραία βραδιά  για να σπάσουμε τη σιωπή μας, ελάτε,

αφεθείτε ελεύθερη, ίσως να μην μας δοθεί ξανά άλλη δυνατότητα να κοιταχτούμε, ελάτε που
σας λέω, μην κάνετε ότι δεν καταλαβαίνετε. Αλλά τίποτα. Η κυριούλα τον κοίταζε αγαλματωμένη,
χωρίς να αρθρώσει ούτε μια κουβέντα, έστω και για τα τυπικά  Και εκείνος, για να λέμε και
καμιά αλήθεια, δεν το προσπάθησε και πολύ, κι έτσι πλήρωσε τη κόκα- κόλα του κι απομακρύνθηκε
αθόρυβα. Την κρατούσε στα χέρια του, έτσι παγωμένη που ήταν κι αναρωτιόταν αν έπρεπε
να την ανοίξει τώρα, ετούτη δα τη στιγμή, η να την γλεντήσει με το τσιγαράκι του στο σπίτι.

Αλλά τον έπιασε μια δίψα, κάτι σαν σκοτοδίνη δίψας και την άφησε να λιποθυμήσει έτσι
παγωμένη που ήταν, όλη μέσα του. Τόσο πολύ δίψαγαν τα σωθικά του για ανθρακικό. Κι
αφού την στράγγιξε, κάθισε σχεδόν σαν χαζός  μπροστά σε μια βιτρίνα και κοιτούσε τα
ρούχα της. Είχαν ήδη αρχίσει οι εκπτώσεις, αλλά ποιος χέστηκε γι αυτές. Του έκανε εντύπωση
τα χρώματα. Για χειμώνας  παρα ήταν χτυπητά, μπλουζάκια, κόκκινα, κίτρινα, μενεξεδί, έκαναν
παρέλαση μπροστά στα γέματα  από φυσαλίδες μάτια του, κι αισθάνθηκε ξαφνικά, σαν μεθυσμένος
δερβίσης που δεν μπορεί να σκοτώσει  ούτε ένα  από αυτά τα χρώματα, έτσι για να χει να το λέει.

Και θα μένε εκεί εσαει, φυσαλιδωτά δεμένος, στον αιώνα τον άπαντα, μπροστά σ`αυτό  τον
παροξυσμό της πολυχρωμίας, αν δεν άκουγε κάποιες φωνές η κάποια κλάματα, δεν ήταν σίγουρος
τι από όλα ήταν, που τον τράβηξαν σχεδόν με βια από την βιτρίνα, και τον ανάγκασαν να στραφεί
στο σκοτάδι για να δει αυτές τις φωνές. Αλλά μπορεί και να μην τις έβλεπε. Τι σημασία όμως είχε.

Άκουγε τις φωνές τους. Εκείνη φαίνεται πως ήταν φορτωμένη παράπονα. Με γράφεις, του είπε
Όλο το βράδυ ήταν σαν να κοιτάζω έναν απόντα. Εκείνος  μάλλον πρέπει να θύμωσε και της είπε
αυστηρά. Όλος ο κόσμος μας γράφει ρε συ Μαριάννα, ακόμα κι ο χρόνος τι νομίζεις ότι κάνει?
Μας γράφει κανονικά στα αρχίδια του. και τότε άκουσε ένα εκκωφαντικό πλάφ μέσα στο σκοτάδι
και χαμογέλασε από μέσα του, γιατί φαντάστηκε ότι  θα την πότιζε με το ζόρι μπύρα για να πάψει 
να μιλάει, όχι σαν κι αυτόν που έπινε μέσα στο καταχείμωνο κοκακολίτσα. Που ακούστηκε.