Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2014

Tender love

Κάθομαι στο καφέ που με έχει φιλοξενήσει τους τελευταίους 7 μήνες όλα μου τα μεσημέρια.
Οι άνθρωποι εδώ είναι έξαλλοι, γιορτάζουν με ένα τρόπο πανηγυρικό, σαν να είναι η τελευταία
τους μέρα επί της γης. Μπορεί και να ναι όμως, ποτέ δεν ξέρεις τι μαλακισμένα συμβόλαια
μπορεί να σου πασάρει τελευταία στιγμή η μοίρα. Γιατί μοίρα είναι αυτή, ποτέ δεν ξέρεις τι
σου επιφυλάσσει. Λίγο να την πιστέψεις, και το κακό σε χει εβρει από κει που δεν το περιμένεις.

Αλλά εμάς τι μπορεί να μας βρει. Τι μπορεί να μας β ρ ε ι παραπάνω. Κοιτάζω τώρα μια χαριτωμένη
κότα να χορεύει ένα καλαματιανό σαν ήταν μπλουζ. Τι πλάκα που έχει. Όταν μιλάει το ποτό, σαν να
παύουν οι άνθρωποι μέσα τους να μιλάνε η τουλάχιστον να μιλάνε με τον τρόπο που θα ταν κατανο
ησιμος. Δεν βαριέσαι. Και που μιλάνε οι άνθρωποι, τι κατάλαβαίνουν. Αφού όλα συνεργούν στο να
σωπαίνουν. Αρα ας καθίσω στην γωνιά μου να απολαύσω τον καφέ μου. Τι νόμιζες, ρακή θα πίνα;

Mε τίποτα. Αλλά όταν κάνει σχέδια ο άνθρωπος, ο θεός γελάει, που σημαίνει πως ενα κερασμένο
καραφάκι έρχεται σαν καψόνι από την σερβιτόρα, και στρογγυλοκάθεται στο τραπέζι μου. Από
ποιόν είναι, κάνω να ρωτήσω, από κάπου, μου απαντάει αόριστα. Ποιος να με ερωτεύτηκε άραγε,
ποιος θέλει τάχα τον βέβαιο χαμό μου. Αλλά δεν δίνω βάση, και το προσπερνώ, βάζοντας στο
μικρό ποτηράκι μου λίγο πιοτί που θα λεγε κι ο Γιάννης. Θα μου πεις ποιος είναι  ο Γιάννης. Ε,
ένας φίλος  είναι, μην θες να τα ξέρεις κι όλα. Ας πιω λοιπόν. Σε κείνη την ψυχή που θέλει να με

δει να ντιρλιάζομαι. Σηκώνω λοιπόν το ποτήρι και το υψώνω στην υγειά του Αγνώστου Πότη.
Άντε παλικάρι μου. Η παλικάρισσα. Ότι καλό η ματαιωμένο δεν σε χει βρει να σε βρει τώρα
και να σου αλλάξει τον αδόξαστο. Κάνω να πιω λιγάκι και μου ρχεται φλασάκι η κουβέντα
που είχαμε προχθές στο τηλέφωνο. Τι ωραία που τα λέγαμε μετά από καιρό. Κατά βάθος το

ξέρεις ο,τι είσαι ο τυχερές μου Άγγελος. Οσα δεν έχω πει σε σένα, δεν τα χω πει στον κόσμο όλο.
Γιατί άραγε. Τι να σου πω. Μάλλον από άμυνα, μπορεί κι όμως από φόβο, μην το αποκλείεις.
Μ`άρεσε που μου πες πως από το 2009 έχουν περάσει χιλιάδες χρόνια. Τι ωραία που ήμασταν
τότε η πως καμωνόμασταν πως είμαστε. Δεν πειράζει. Και το ψέμα κάτι καλό έχει να χτενίσει.

Το θέμα να έχεις μαλλιά. Η και χρόνο. Το θέμα είναι να μην είσαι αδρανής. Κάπου διάβασα πως
η αδράνεια κάνει και ένα πούπουλο σκληρό. Δεν στο πα, και δεν στο πα για να μην γελάσεις. Στο
ιντερνέτ καφέ που πηγαίνω υπάρχει  πραγματικά μια αστεία γυναίκα. Κοντεύει τα 60. Όταν με
βλέπει το πρόσωπο της φωτίζεται. Στην αρχή νόμιζα πως ήμουν ο μοναδικός παραλήπτης αυτής
της εικόνας, αλλά μετά όταν είδα πως το ίδιο κάνει με όποιον βρεθεί στο πέρασμα της, χαμογέλασα
πικρά. Είναι σαν τον έρωτα, που νομίζεις πως εσύ είσαι το αυθεντικό, πως κανείς άλλος δεν σε έχει
ξανακοιτάξει έτσι και τα λοιπά, και τα αποδέλοιπα. Τι έλεγα; Α, για αυτήν την γυναίκα. Σου λεγα

πως είναι αστεία, αλλά δεν σου είπα γιατί: έρχεται στο καφέ φορώντας παντόφλες. Που να τρέχω
σου λέει με παπούτσια και τα σχετικά. Ενώ με ένα ζευγάρι ανατομικές παντόφλες  σου μοιάζει
αλλιώτικο το γιου τιούμπ. Ένα βράδυ την είχα δει πολύ αργά, και το αν λέμε αργά, εννοούμε τις
πρώτες πρωινές να καπνίζει σε ένα παγκάκι και να τραγουδάει. Δεν ήθελα να με δει κι έτρεξα.

Αλλά ατύχησα γιατί με είδε. Την επόμενη μέρα μάλιστα μου το σκάσε: σας είδα χθες, μην νομίζετε
πως δεν σας είδα. Έκανα τον ανήξερο. Μπα αποκλείεται. της είπα. Θα με μπερδέψατε για κάποιον
άλλον. Εσύ 'ησουνα, επέμενε. Σε καταλάβαίνω από τον τρόπο που περπατας. Είναι σαν να κουβαλάς
θάλασσες και βουνά  και δεν ξέρεις πως να τα ξεφορτωθείς. Μ `άρεσε αυτή η παρομοίωση, κι άμα
μ `αρέσει κάτι, κοκκινίζω. Σαν παντζάρι έγινα τώρα, τι να λέμε. Αλλά το χειρότερο η το καλύτερο,
εξαρτάται από ποια πλευρά θα το δεις, ήταν μετά από 2 μέρες:εσείς πρέπει να γράφετε, Σας ξέρω.
Σας έχω καταλάβει. Περιττό να σου πω πως έγινα. Εσύ δεν γράφεις πια. Σε καταλαβαίνω. Κι εγώ


μην νομίζεις, ζορίζομαι. Που είναι εκείνα τα χρόνια που γράφαμε κάθε 2 -3 μέρες. Και με τι λαχτάρα.
Μπορεί να μην έχουμε να γράψουμε κάτι άλλο, θα μπορούσες να σκεφτείς, η ο τρόπος που ζούμε δεν
μας αφήνει περιθώρια να γράψουμε αυτό που πραγματικά θέλουμε. Κι αν δεν θέλουμε; δεν πειράζει
θα σου πω . Θα κάτσουμε στους τάφους των πεθαμένων μας ποστ και θα φάμε το βαζάκι με το μέλι
μέχρι να λιγωθούμε. Τώρα που είπα για νεκρούς θυμήθηκα και τον Κουμανταρέα. Στην γειτονιά μου
έμενε, το ξέρες αυτό; Θεός σχωρέστον, και κοίτα να δεις λέω, εκεί που δεν του χα καμία λογοτεχνική

εκτίμηση, σκάει το τελευταίο προφητικό του βιβλίο και με κάνει λιώμα. Έλιωσα, πραγματικά, έλιωσα
κι έλιωσα, γιατί είδα έναν άνθρωπο που μπροστά στην παραδοχή και την εξιστόρηση ολόκληρης της
ζωής του, έχει το κουράγιο να βλέπει το μηδέν του να τον πλησιάζει και να το σαρκάζει με τον πιο
σπαραχτικό τρόπο. Ίσως όμως  να με λιώσε και η ιστορία του με την Λιλή. Όταν κουνάς το μαντήλι
στους ανθρώπους  που αγαπάς, κάπου στενεύουν τα γεγονότα μέσα σου, και κάπου αναγκάζεσαι μέσα σου να πεις: μην μ`αφήνεις. Αλλά η ρυπαρή ζωή νικάει  και τον εξαίσιο έρωτα, αγγελέ μου,
που σημαίνει πως ο,τι κι αν κάνουμε στο τέλος θα νικηθούμε. Τουλάχιστον να νικηθούμε ερωτευμένοι. Κι αυτό θα είναι το κρυφό μας χαρτί σε περίπτωση που μας βάλουν σε πειρασμό
να χάσουμε, κι πώς θα λέγε ο Μ. για το τέλος:εγώ  σου έδωσα τα γιαλιά να βλέπεις. Τα μάτια
είναι δικά σου.


1 σχόλιο:

casper85 είπε...

Για να παραφράσω λίγο τον Λειβαδίτη:
μια μέρα θα μας πνίξουν τα τόσα drafts...

Καλή χρονιά!