Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2016

Ανυπεράσπιστες αγάπες


Μισούσε τα νύχια.Τα εκοβες και συνέχιζαν να μεγαλώνουν, τα ξαναέκοβες και σε μια βδομάδα
πάλι περίσσευαν. Κολλημένα στο τρυφερό ανυπέρασπιστο δέρμα-σαν προβιά χωρίς τρίχες- μεγα
λωναν μόνα τους, ενώ τα δάχτυλα έμεναν ίδια υπομένοντας το σκληρό καύκαλο που μάκραινε
εν αγνοία τους. Αν υπήρχε εξέλιξη, αν οι θεωρίες του Δαρβίνου ήταν σωστές, γιατί τα νύχια

είχαν παραμείνει; Γιατί δεν είχαν εξαφανιστεί μαζί με τις ουρές και το τρίχωμα; όλος ο μακρύς
διάδρομος του φάνηκε ζωγραφισμένος με νύχια βρώμικα σκαλιστά στον τοίχο. Οταν ήταν μικρός
η μητέρα του του τα έκοβε σύρριζα, τον ακρωτηρίαζε, για πολλή ώρα μετά υπέφερε, δεν μπορούσε
να πιάσει τίποτα, προχωρούσε στο σπίτι με σφιγμένες γροθιές. Κι αυτά τα μισοφέγγαρα από κομμ
ενα νύχια...μερικοί τα φύλαγαν ως κειμήλιο, τα άφηναν ή δήθεν τα ξεχνούσαν στην άκρη του  κομ
οδίνου ή πλάι στη λεκάνη, κίτρινα μισοφέγγαρα, άλλοτε μαλακά σαν καουτσούκ, άλλοτε άκαμπτα

σαν κόκαλα.Κάποτε μια υπηρέτρια ξεσκόνισε το τραπέζι με γρήγορες κινήσεις, τότε τα είδε, πως
μπορούσε να μην τα δει, ένας σωρός από δαύτα αν και κανονικά θα πρεπε να ήταν μόνο δέκα όσα
τα δάχτυλα, η υπηρέτρια ξεσκόνισε με επιμέλεια, αλλά καθώς επίτηδες τα αγνοούσε, το χέρι της με
το ξεσκονόπανο πέρασε αρκετές φορές δίπλα τους και τα απέφυγε προχωρώντας προς άλλη κατευθυ
νση, μεγαλώνοντας το μαρτύριο του, μέχρι που με μια αφηρημένη  κίνηση, πράγματι αφηρημένη;

τα έσπρωξε σκορπίζοντας τα στο πάτωμα. Τον είχε πιάσει ναυτία.  Τώρα πια δεν θα μπορούσε ποτέ
να τα μαζέψει. Τώρα οποιαδήποτε στιγμή εκείνος θα μπορούσε να περπατήσει πάνω τους περπατώ
ντας ξυπόλυτος. Και πως λέγονται αυτά τα μυτερά σκαθάρια που φυτρώνουν ανάμεσα στο δέρμα
και το νύχι; Παρωνυχίδες.


(Έρση Σωτηροπούλου
                             Τι Μένει Από Τη Νύχτα)

Δεν υπάρχουν σχόλια: